Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

CHE.Το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού: Ομιλία στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας



che guevara-Universidad Central de las Villas-1959Ομιλία του Τσε στο Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας στην Σάντα Κλάρα, στις 28 Δεκέμβρη 1959. Στην τελετή που έλαβε χώρα το Πανεπιστήμιο απονεμήθηκε στο Γκεβάρα ο τίτλος του “επίτιμου διδάκτορα” της Παιδαγωγικής Σχολής. 
Αγαπητοί συναγωνιστές, νέοι συνάδελφοι στην πανεπιστημιακή σύγκλητο και παλιοί συνάδελφοι στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κούβας,
Θα πρέπει να ξεκινήσω την ομιλία μου λέγοντας ότι μπορώ να αποδεχθώ το πτυχίο που μου απονέμετε σήμερα, ως μια τιμητική διάκριση προς τον λαϊκό μας στρατό. Δεν θα μπορούσα να το αποδεχθώ ως άτομο. Και αυτό, για τον απλό λόγο ότι στη νέα Κούβα οτιδήποτε δεν είναι αυτό που διατείνεται ότι είναι στερείται οποιασδήποτε αξίας. Πως θα μπορούσα εγώ ως άτομο, ο Ερνέστο Γκεβάρα, να δεχθώ το βαθμό του επίτιμου διδάκτορα που μου απονεμήθηκε από την Παιδαγωγική Σχολή, αφού οι μόνες εμπειρίες που έχω ως παιδαγωγός είναι στην παιδαγωγική του αντάρτικου στρατοπέδου, της βρισιάς και της αγριάδας (χειροκροτήματα). Και πιστεύω ότι αυτά σίγουρα δεν θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε τήβεννο. Γι’ αυτό συνεχίζω να φοράω τη στολή του Αντάρτικου Στρατού, ακόμα και εδώ που ήρθα για να βρεθώ μπροστά σας, σε αυτή την Πανεπιστημιακή Σύγκλητο, στο όνομα, και εκ μέρους του στρατού μας. Αποδεχόμενος αυτόν τον τίτλο, ο οποίος είναι τιμή για όλους μας, θα ήθελα να παρουσιάσω και το μήνυμα μας, το μήνυμα ενός λαϊκού στρατού, ενός νικηφόρου στρατού.
Κάποτε είχα υποσχεθεί στους φοιτητές αυτού του πανεπιστημίου μια σύντομη ομιλία με την οποία θα παρουσίαζα τις απόψεις μου για τον ρόλο του πανεπιστημίου. Ωστόσο, η δουλειά και μια ατελείωτη σειρά γεγονότων με εμπόδισαν να το κάνω. Σήμερα, όμως, θα μιλήσω, μια που έχω και τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα (χειροκροτήματα).
Τι πρέπει, λοιπόν, να πω για το βασικό καθήκον που πανεπιστημίου, το πρωταρχικό καθήκον που υπερέχει όλων, σε αυτή τη νέα Κούβα; Αυτό που πρέπει να πω είναι ότι το πανεπιστήμιο θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των μαύρων και με το χρώμα των μιγάδων, όχι μόνο όσον αφορά τους φοιτητές αλλά και όσον αφορά τους καθηγητές. Θα πρέπει να βαφτεί με το χρώμα των εργατών και των αγροτών. Με το χρώμα του λαού, αφού το πανεπιστήμιο είναι κληρονομιά του λαού της Κούβας και κανενός άλλου. Εάν αυτός ο λαός, του οποίου οι αντιπρόσωποι πλέον καταλαμβάνουν όλες τις κυβερνητικές θέσεις, πήρε τα όπλα και έριξε όλους τους φραγμούς που είχε υψώσει η αντίδραση, αυτό δεν έγινε επειδή αυτοί οι φραγμοί ήταν άκαμπτοι. Ούτε οι αντιδραστικές δυνάμεις ήταν τόσο άμυαλες ώστε να μην δείξουν ευλυγισία, προκειμένου να επιβραδύνουν την προέλαση του λαού. Ωστόσο, ο λαός θριάμβευσε. Και είναι λίγο κακομαθημένος από τη νίκη του. Έχει συνείδηση της δύναμης του. Ξέρει ότι κανένας δε μπορεί να τον αναχαιτίσει. Σήμερα, ο λαός στέκεται μπροστά στην πύλη του πανεπιστημίου, και είναι το πανεπιστήμιο αυτό που θα πρέπει να δείξει ευλυγισία. Θα πρέπει να βαφτεί με τα χρώματα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών, των αγροτών, ή αλλιώς θα βρεθεί χωρίς πόρτες. Γιατί τότε ο λαός θα τις σπάσει με ορμή, θα μπει μέσα και θα το βάψει με τα χρώματα που θεωρεί κατάλληλα.
Αυτό είναι το πρώτο μήνυμα, ένα μήνυμα που ήθελα να μεταφέρω από τις πρώτες κιόλας μέρες της νίκης (χειροκροτήματα) και στα τρία πανεπιστήμια της χώρας, αλλά στάθηκε εφικτό να το κάνω μόνο στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο. Αν ζητούσατε την συμβουλή μου εκ μέρους του λαού και του Αντάρτικου Στρατού, καθώς και ως καθηγητή πανεπιστημίου, θα έλεγα ότι για να προσεγγίσεις τον λαό θα πρέπει να νιώθεις ότι είσαι κομμάτι του. Θα πρέπει να ξέρεις τι θέλει ο λαός, τι ανάγκες έχει και τι αισθάνεται. Θα πρέπει να κοιτάξεις λίγο μέσα σου – να μελετήσεις τις στατιστικές του πανεπιστημίου, και να ρωτήσεις πόσοι εργάτες, πόσοι αγρότες, πόσοι άνθρωποι που κερδίζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα τους, δουλεύοντας οκτώ ώρες την ημέρα βρίσκονται εδώ σε αυτό το πανεπιστήμιο.
Αφού έχετε θέσει αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθείτε, ανατρέχοντας στην αυτοανάλυση, εάν η κυβέρνηση της Κούβας αντιπροσωπεύει σήμερα τη θέληση του λαού. Αν η απάντηση είναι ναι, αν αυτή η κυβέρνηση πραγματικά αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού (χειροκροτήματα) τότε θα πρέπει κανείς να θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: Που είναι αυτή η κυβέρνηση, η οποία αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού, σε αυτό το πανεπιστήμιο και τι κάνει; Θα βλέπαμε ότι δυστυχώς, η κυβέρνηση που αντιπροσωπεύει ολόκληρο σχεδόν τον κουβανικό λαό δεν έχει καμία φωνή στα κουβανικά πανεπιστήμια, φωνή με την οποία θα μπορούσε να σημάνει τον συναγερμό, να προσφέρει καθοδήγηση, και να εκφράσει, χωρίς μεσολαβητές, τη θέληση, τους πόθους και τα αισθήματα του λαού.
Το Κεντρικό Πανεπιστήμιο του Λας Βίγιας έκανε πρόσφατα ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Στην εκδήλωση που οργάνωσε με θέμα την εκβιομηχάνιση, κάλεσε όχι μόνο τους βιομήχανους της Κούβας αλλά και την κυβέρνηση. Ζητήθηκε η γνώμη μας και η γνώμη όλων των τεχνικών που εργάζονται στις κρατικές και ημι-κρατικές υπηρεσίες. Επειδή σε αυτόν τον πρώτο χρόνο από την απελευθέρωση – και αυτό μπορώ να το πω χωρίς να καυχηθώ – κάνουμε πολύ περισσότερα από όσα έχουν κάνει άλλες κυβερνήσεις, και πολύ περισσότερα από αυτούς που με στόμφο αποκαλούν εαυτούς τους υπερασπιστές της “ελεύθερης πρωτοβουλίας”. Έτσι, έχουμε το δικαίωμα να δηλώσουμε ότι η εκβιομηχάνιση της Κούβας, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα της αγροτικής μεταρρύθμισης, θα επιτευχθεί από την επαναστατική κυβέρνηση και υπό την καθοδήγηση της (χειροκροτήματα). Η ιδιωτική πρωτοβουλία θα παίξει, φυσικά, έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης της χώρας. Θα είναι, όμως, η κυβέρνηση που θα δίνει τις κατευθύνσεις και θα το κάνει βασιζόμενα στα δικά της επιτεύγματα (χειροκροτήματα). Θα το κάνει γιατί ξεκίνησε την εκστρατεία εκβιομηχάνισης ανταποκρινόμενη σε μία από τις πιο βαθιές, ίσως, προσδοκίες των μαζών, και όχι λόγω κάποιας βίαιης πίεσης από τους βιομήχανους της χώρας. Η εκβιομηχάνιση και η προσπάθεια που αυτή συνεπάγεται, είναι παιδί της επαναστατικής κυβέρνησης. Γι’ αυτό η κυβέρνηση θα την καθοδηγήσει και θα τη σχεδιάσει.
Τα καταστροφικά δάνεια της αποκαλούμενης Τράπεζας Ανάπτυξης έχουν εκλείψει πια. Αυτή η τράπεζα, για παράδειγμα, δάνειζε δεκαέξι εκατομμύρια πέσος σε έναν βιομήχανο, ο οποίος κατέβαλε 400.000 πέσος (αυτά είναι τα πραγματικά ποσά). Αλλά ακόμα και αυτά τα 400.000 πέσος δεν είχαν βγει απ’ την τσέπη του. Βγήκαν από το 10% που πήρε ο βιομήχανος ως δωροδοκία από τον πωλητή, ο οποίος του πούλησε τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Παρόλο που η κυβέρνηση είχε καταβάλει δεξαέξι εκατομμύρια πέσος, αυτός ο κύριος που κατέβαλε 400.000 πέσος ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Και αφού η κυβέρνηση ήταν ο δανειστής του, μπορούσε να πληρώσει το χρέος του με ευνοϊκούς όρους και όποτε τον βόλευε. Τώρα η κυβέρνηση έχει παρέμβει, αρνούμενη να ανεχτεί αυτή την κατάσταση. Διεκδικεί την ιδιοκτησία οποιασδήποτε επιχείρησης έχει συσταθεί με τα χρήματα του λαού. Εάν “ιδιωτική πρωτοβουλία” σημαίνει ότι λίγα παράσιτα απολαμβάνουν όλα τα χρήματα του κουβανικού έθνους, τότε αυτή η κυβέρνηση δηλώνει ξεκάθαρα ότι αντιτίθεται στην “ιδιωτική πρωτοβουλία”, στον βαθμό που αυτή αντιτίθεται στον κρατικό σχεδιασμό.
ernesto-che-guevara-las-villas-1959Και μιας και τώρα αναφέρθηκα στο ακανθώδες ζήτημα του σχεδιασμού, θα ήθελα να σας πω ότι μόνο η επαναστατική κυβέρνηση, η οποία σχεδιάζει τη βιομηχανική ανάπτυξη σε όλη τη χώρα, έχει το δικαίωμα να καθορίσει το είδος και τον αριθμό του τεχνικού προσωπικού που θα χρειαστεί στο μέλλον για να καλύψει τις ανάγκες αυτής της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση θα πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί όταν λέει ότι χρειάζεται μόνο έναν συγκεκριμένο αριθμό δικηγόρων ή γιατρών, αλλά χρειάζεται 5.000 μηχανικούς και 15.000 τεχνικούς βιομηχανίας όλων των ειδικοτήτων )(χειροκροτήματα) και ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν, θα πρέπει να βρεθούν, γιατί αυτή είναι η εγγύηση για τη μελλοντική μας ανάπτυξη.
Σήμερα δουλεύουμε ακούραστα για να μεταμορφώσουμε την Κούβα σε μια διαφορετική χώρα. Βέβαια, ο καθηγητής της παιδαγωγικής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα δεν έχει αυταπάτες. Ξέρει ότι είναι τόσο καθηγητής της παιδαγωγικής όσο είναι και πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας και θα ασκήσει το ένα ή το άλλο καθήκον ανάλογα με τις ανάγκες του λαού. Μαθαίνουμε βήμα βήμα. Γι’ αυτό και τίποτα δε μπορεί να επιτευχθεί χωρίς και ο λαός ο ίδιος να ταλαιπωρηθεί. Μαθαίνουμε πάνω στη δουλειά. Αφού συνεχώς αναλαμβάνουμε κανούριες ευθύνες, και δεν είμαστε αλάθητοι – δεν γεννηθήκαμε ξέροντας τι να κάνουμε – πρέπει να ζητήσουμε από τον λαό να διορθώσει τα λάθη.
Ο καθηγητής που βρίσκεται εδώ μπροστά σας σήμερα ήταν κάποτε γιατρός και, λόγω των περιστάσεων, υποχρεώθηκε να πάρει τα όπλα, και ύστερα από δύο χρόνια αποφοίτησε ως διοικητής ανταρτών. Αργότερα θα πρέπει να αποφοιτήσει ως πρόεδρος τράπεζας ή ως συντονιστής της εκβιομηχάνισης της χώρας, ή ίσως ακόμα και ως καθηγητής παιδαγωγικής (χειροκροτήματα). Αυτός ο ίδιος, ο γιατρός, ο διοικητής, ο πρόεδρος και ο καθηγητής της παιδαγωγικής εύχεται οι εργατικοί και φιλομαθείς νέοι της χώρας να προετοιμαστούν έτσι ώστε ο καθένας τους, στο κοντινό μέλλον, να μπορεί να αναλάβει τη θέση που θα του ανατεθεί, χωρίς δισταγμό, και χωρίς την ανάγκη να μαθαίνει πάνω στη δουλειά. Αλλά ο καθηγητής που είναι μπροστά σας – ένας γιός του λαού, δημιούργημα του λαού – θέλει επίσης αυτός ο λαός να έχει δικαίωμα στη μόρφωση. Τά τείχη του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να πέσουν. Η εκπαίδευση δεν θα πρέπει να είναι ένα προνόμιο μόνο των παιδιών των ανθρώπων εκείνων που έχουν χρήματα. Η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι ο άρτος ο επιούσιος του κουβανικού λαού (χειροκροτήματα).
Φυσικά, δεν έχω την απαίτηση από τους σημερινούς καθηγητές και τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας να κάνουν το θαύμα της εγγραφής των μαζών των εργατών και αγροτών στο πανεπιστήμιο. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας. Θα χρειαστεί να περάσουμε μια διαδικασία που την έχετε ζήσει όλοι σας, μια διαδικασία πολλών ετών προπαρασκευαστικής εκπαίδευσης. Αυτό που ελπίζω να καταφέρω, πάντως, βασιζόμενος στη μικρή μου εμπειρία ως επαναστάτης και αντάρτης διοικητής, είναι να γίνει κατανοητό από τους φοιτητές του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας ότι η εκπαίδευση δεν είναι πλέον το αποκλειστικό δικαίωμα του καθενός, και ότι αυτές οι πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις όπου σπουδάζετε δεν αποτελούν πια κανενός το φέουδο. Ανήκουν σε όλον το λαό της Κούβας και είτε θα παραχωρηθούν στον λαό ή ο λαός θα τις καταλάβει (χειροκροτήματα).
Ξεκίνησα την καριέρα μου αυτή με τα πολλά σκαμπανεβάσματα ως φοιτητής πανεπιστημίου – ως μέλος της μεσαίας τάξης, ένα γιατρός που μοιραζόταν τους ίδιους ορίζοντες, τις ίδιες νεανικές φιλοδοξίες που έχετε και σεις. Ωστόσο, στην πορεία του αγώνα, άλλαξα και πείστηκα για την επιτακτική αναγκαιότητα της επανάστασης, και για το δίκαιο των αγώνων του λαού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ελπίζω ότι εσείς, οι σημερινοί κάτοχοι του πανεπιστημίου, θα το παραχωρήσετε στον λαό. Το ότι αύριο ο λαός θα το πάρει από εσάς, δεν το λέω ως απειλή. Όχι. Απλά λέω ότι εάν οι κάτοχοι του πανεπιστημίου του Λας Βίγιας, οι φοιτητές, το παραχωρούσαν στον λαό, ο οποίος αντιπροσωπεύεται από την επαναστατική κυβέρνηση, αυτό θα ήταν άλλη μία από τις παραδειγματικές πράξεις που βλέπουμε στην Κούβα σήμερα.
Και στους καθηγητές, τους συναδέλφους μου, έχω κάτι παρόμοιο να πω: θα πρέπει να πάρετε το χρώμα των μαύρων, των μιγάδων, των εργατών και αγροτών. Θα πρέπει να πάτε στον λαό. Θα πρέπει να ζείτε και αναπνέετε ως ένα σώμα με τον λαό, δηλαδή θα πρέπει να νιώσετε στο πετσί σας τις ανάγκες ολόκληρης της Κούβας. Όταν θα το καταφέρετε, κανείς δεν θα είναι χαμένος. Όλοι μας θα έχουμε κερδίσει και η Κούβα θα έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει την πορεία της προς το μέλλον με πιο σταθερό βηματισμό.
Και δεν θα υπάρχει ανάγκη να συμπεριλάβετε στις τάξεις των πανεπιστημιακών αυτόν τον γιατρό, τον διοικητή, τον πρόεδρο τράπεζας και τώρα καθηγητή της παιδαγωγικής, που σας αποχαιρετά (χειροκροτήματα).
πηγή:guevaristas.net

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: Ο ποιητής της απέραντης μειονότητας




Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez), βραβευμένος το 1956 με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της ισπανόφωνης ποίησης του 20ου αι.. Υπήρξε κύριος ανανεωτής της και πνευματικός πατέρας των ποιητών της γενιάς του 27, όπως του Λόρκα κ.α. Στην Ελλάδα είναι, ίσως, περισσότερο γνωστός για τις ιστορίες του γαϊδαράκου Πλατέρο, του ήρωα των παιδικών διηγημάτων «Ο Πλατέρο κι εγώ» (Platero y yo). Ο Χιμένεθ, ωστόσο, έζησε για την ποίηση και με την ποίηση. Συχνά γλυκομιλούσε γι΄αυτήν λες κι αναφερόταν σε μια αγαπημένη: «Η σχέση που έχω με την Ποίηση είναι αυτή των παράφορα ερωτευμένων». Ακούραστος δημιουργός, δούλευε και ξαναδούλευε τους στίχους του με άσβεστο πάθος, μέχρι που σφάλισε τα μάτια σε ηλικία 77 ετών. Ο Χιμένεθ είναι ο ποιητής της καθαρής ποίησης και της απόλυτης επιθυμίας για ομορφιά, αισθητικής και πνευματικής.



  • 1
  • Γεννήθηκε το 1881 σε μια κωμόπολη της Ανδαλουσίας, το Μογκέρ. Η πατρίδα του, το μεσογειακό της φως, η λευκότητα των σπιτιών διαμόρφωσαν το ψυχισμό του νεαρού Χιμένεθ. Η θάλασσα του Μογκέρ, την οποία ως παιδί ατένιζε αχόρταγα από την ταράτσα του σπιτιού του, εντυπώνεται στην ποιητική του μνήμη. Τα στοιχεία αυτά- η θάλασσα, ο ήλιος, ο ουρανός, η αθωότητα της λευκής του πατρίδας- θα αποτελέσουν μόνιμα πρώτες ύλες των στίχων του.
    Από παιδί είχε φύση μελαγχολική και εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία. Σύντομα βρήκε καταφύγιο στην ποίηση και η ευαισθησία του βρήκε φωνή στους στίχους του. Πολύ νέος, το 1900, εκδίδει δύο ποιητικές συλλογές: «Μενεξεδένιες Ψυχές»(Almas de violeta) και «Νυνφαίαι» (Ninfeas), οι οποίες εκτυπώθηκαν με βιολετί και πράσινο μελάνι αντίστοιχα, ακολουθώντας τις τάσεις του Μοντερνισμού, ενός από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής, στο οποίο ανήκουν και τα παραπάνω έργα. Αυτά έτυχαν θερμής αποδοχής από τους ποιητικούς κύκλους και διάσημοι ποιητές, όπως ο Ρουμπέν Νταρίο (Rubén Darío) και ο Αντόνιο Ματσάδο (Antonio Machado), αγκάλιασαν με ενθουσιασμό το νεαρό ποιητή. Στους πρώτους αυτούς μελαγχολικούς στίχους κυριαρχεί ο κόσμος των αισθήσεων- η μουσικότητα, τα χρώματα, τα αρώματα-, ο οποίος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κόσμο των συναισθημάτων.
    Υπήρξαν ρόδα και βιολέτες στο μπλε του στερεώματος,
    μαγεία μυθική χρωμάτων και αρωμάτων∙
    ήταν ένα από ΄κείνα τα δειλινά
    των γλυκών ανοίξεων, που η ψυχή μου
    στις αναμνήσεις βλέπει να πλανώνται.
    Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και ο έρωτας
    Ένα από τα βασικά θέματα της ποίησής του είναι ο έρωτας. Αποτελεί γι’ αυτόν το πέμπτο στοιχείο της φύσης μαζί με το νερό, τον αέρα, τη φωτιά και τη γη. Στους στίχους του ο έρωτας είναι παθιασμένος κι επώδυνος, εμφανίζεται όμως πάντα εξευγενισμένος, μια πύρινη φλόγα που φέγγει με τις πιο λεπτές και ευγενικές αποχρώσεις του γαλάζιου- ο έρωτας στην ποίησή του συγκρίνεται με την μπλε περίοδο στους πίνακες του Πικάσσο.
    Αδελφή: Ξεφυλλίζαμε τα φλογερά μας σώματα
    σε μια αφθονία δίχως τέλος, δίχως συναίσθηση…
    Ήταν φθινόπωρο κι ο ήλιος — θυμάσαι; — γλύκαινε
    θλιμμένα την κάμαρα με μια υπόλευκη λάμψη …
    Το 1913 γνωρίζει κι ερωτεύεται την Ζηνοβία Καμπρουμπί (Zenobia Cambrubí). Το 1916 παντρεύονται και θα μείνουν αχώριστοι σύντροφοι για σαράντα σχεδόν χρόνια μέχρι το θάνατό της. Η Ζηνοβία, η οποία υποστήριξε πολύ το σύζυγό της στο έργο του, υπήρξε μια πολύ καλλιεργημένη γυναίκα, μοντέρνα για την εποχή της, φεμινίστρια και μεταφράστρια του ινδού νομπελίστα Ταγκόρε. Προκειμένου να τελεστούν οι γάμοι, ο Χιμένεθ διασχίζει για πρώτη φορά τον Ατλαντικό με προορισμό τη Νέα Υόρκη, όπου διέμενε η Ζηνοβία. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο γάμος του και ο διάπλους του ωκεανού, θα σταθούν καθοριστικά για το έργο του, διότι από τις εμπειρίες αυτές γεννιέται η συλλογή «Ημερολόγιο ενός προσφάτως παντρεμένου ποιητή» (Diario de un poeta recién casado).
    To πρωτοποριακό αυτό βιβλίο θεωρείται από κάποιους το σημαντικότερο ισπανικό ποιητικό έργο του 20ου αι.. Είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου και συνδυάζει ποίηση και πρόζα, διάλογους και μονόλογους. Παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια υλικού, ως και αμερικάνικες διαφημίσεις παρεμβάλλει- ένα έργο πραγματικά με τον αέρα του μοντέρνου. Η μεγάλη καινοτομία ωστόσο για την ισπανόφωνη ποίηση είναι η εκτεταμένη και συνειδητή χρήση του ελεύθερου στίχου. Επιλέγει σκόπιμα το νέο αυτό στίχο, διότι θέλει να αναγγείλλει την αναγέννηση που υφίσταται η ποίησή του κι ο ίδιος με τον έρωτα, το γάμο και τη γνωριμία του με τον ωκεανό, με μια καινούρια ζωή.
    Μοιάζεις, θάλασσα, να μάχεσαι
    — ω! αναταραχή δίχως τέλος, μέταλλο αδιάκοπο! —
    ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω.
    Τι απέραντη δείχνεσαι,
    στη γυμνότητά σου μόνη
    …….
    Σαν σε τοκετό, γεννάς τον εαυτό σου,
    — με πόση κούραση! —
    τον εαυτό σου, θάλασσα μοναδική!
    τον εαυτό σου, εσένα μόνο και εντός της δικής σου
    μοναδικής πληρότητας όλων των πληροτήτων,
    …ώστε από σένα να βρεθείς ή εγώ για να σέ βρω!
    Με το βιβλίο αυτό η έκφρασή του αλλάζει ριζικά και το έργο του εισέρχεται σε μία νέα περίοδο που ο ποιητής μας ονομάζει διανοητική. Η ποίησή του γίνεται καθαρή, αγνή, poesía pura, απογυμνώνεται από περιττά στολίδια, από κοσμητικά επίθετα και τον περίτεχνο λόγο. Τώρα παρατηρείται το εξής παράδοξο: ο λόγος του, το λεξιλόγιο γίνεται απλό, καθημερινό, εντούτοις τα νοήματά του γίνονται δύσκολα, πυκνά. Ο Χιμένεθ γίνεται ο ποιητής της απέραντης μειονότητας.
    Αυτήν την περίοδο εκδίδει πολλά κοσμήματα της ισπανικής ποίησης, όπως Αιωνιότητες (Eternidades), Ποίηση (Poesía), Ομορφιά (Belleza), Η πλήρης εποχή (La estación total). Ο Χιμένεθ γράφει ασταμάτητα, είναι εξορισμένος θα λέγαμε στην ποίησή του.
    Ζώο Βάθους
    Το 1936 ξεκινά μια διαφορετική εξορία γι΄αυτόν: με το ξέσπασμα του Εμφυλίου, φεύγει από την Ισπανία και λόγω της νίκης του Φράνκο, αυτοεξορίζεται μόνιμα· ζει στην Κούβα, στη Φλόριντα, στην Ουάσινγκτον και τέλος θα εγκατασταθεί στο Πουέρτο Ρίκο.
    Τα χρόνια περνούν. Βρισκόμαστε στο 1949, όταν εκδίδεται μία συλλογή ορόσημο της ισπανόφωνης ποίησης: Ζώο Βάθους (Animal de fondo). Ο Χουάν Ραμόν είναι πλέον ηλικιωμένος, ο λόγος του έχει ωριμάσει, όμως η ποίησή του παραμένει νέα. Φέρει πάντα μαζί της την άνοιξη, τον αέρα της ανανέωσης. Η έμπνευση σε όλο της το μεγαλείο! Ο ποιητής αγγίζει πλέον την πολυπόθητη Ολότητα, La totalidad, φθάνει πλέον έπειτα από μακρόχρονο ταξίδι στην Πλήρη του Εποχή: ανοιξιάτικη αναγέννηση, καλοκαιρινός θερισμός του καρπού, χειμωνιάτικη απόλαυση των κόπων, των κύκλων ζωής.
    Η συλλογή Ζώο Βάθους αποτελείται από 29 ποιήματα, άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, που αλληλοσυμπληρώνονται, και είναι εστιασμένα όλα σε ένα θέμα, την ανακάλυψη του εσωτερικού μας θεού, της ομορφιάς, του φωτεινού μας κέντρου.
    Το 1956, τo βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας έρχεται σε μια τραγική στιγμή της ζωής του: λίγες μέρες πριν πεθάνει η γυναίκα του. Συντετριμμένος δεν θα πάει να το παραλάβει. Δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει και ο ίδιος στο Πουέρτο Ρίκο. Ο αιώνιος Ανδαλουσιανός, όπως υπέγραφε ο ίδιος ο Χουάν Ραμόν, ήταν από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις συνέπειας, που έργο και ζωή ταυτίζονται· ο ποιητής ενστάλαξε την ύπαρξή του στους στίχους, δίνοντας στα πάντα ολόγυρα αισθητική, συναισθηματική και πνευματική αξία.
    Άννα Βερροιοπούλου
    Πηγή εικόνας «Platero y yo»: http://desmotivaciones.es
    αναδημοσίευση από ispania.gr

    2η Σύνοδος της Κοινότητας Κρατών Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής (CELAC)


    CELAC: Μια αξιομνημόνευτη σύνοδος

    Πηγή: aporrea
    Του Ángel Guerra Cabrera (1)

    Η 2η Σύνοδος της Κοινότητας Κρατών Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής(CELAC), που διοργανώθηκε στην Αβάνα, συνιστά ένα ιστορικό βήμα ως προς την ενίσχυση του οργανισμού. Έχει δείξει ότι η CELAC είναι ο ιδανικός μηχανισμός για να πετύχει την ενότητα, την ολοκλήρωση και τον πολιτικό διάλογο ανάμεσα στα κράτη που την απαρτίζουν και με τον υπόλοιπο κόσμο. Η συγκλονιστική παρουσία των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, ο εγκάρδιος και δημοκρατικός χαρακτήρας των διαβουλεύσεων ανάμεσα σε κυβερνήσεις με διαφορετικές ιδεολογίες και προγράμματα, η σπουδαιότητα των συμφωνιών, η παρουσία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν και άλλων υψηλών εκπροσώπων διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, το επιβεβαιώνουν.


    Η σύνοδος αφιερώθηκε από την κουβανική προεδρία στον αγώνα κατά της ανισότητας, της φτώχειας και της πείνας και διατυπώνει στο Πρόγραμμα Δράσης μέτρα για να κάνουν τα παραπάνω πραγματικότητα. Και παρόλο που η περιοχή έχει πετύχει να μειώσει τη φτώχεια, αυτή συνεχίζει να πλήττει 164 εκατομμύρια, δηλαδή 28% του πληθυσμού, ενώ 66 εκατομμύρια βρίσκονται κάτω από ακραία φτώχεια (11,3%). Αλλά το πιο συντριπτικό είναι τα 70,5 εκ. φτωχά παιδιά και έφηβοι. Από αυτά 23,3 εκ. σε ακραία φτώχεια. Σαν επιστέγασμα, το πλουσιότερο 10% λαμβάνει το 32% του εισοδήματος. Την ίδια ώρα, το φτωχότερο 40% λαμβάνει το 15%. Τα νούμερα υπογραμμίζουν την κατάσταση της πιο άνισης περιοχής σε έναν πλανήτη που χαρακτηρίζεται από την ανισότητα αλλά ταυτόχρονα μιλά θετικά γι' αυτήν [την περιοχή, ενν. Λατινική Αμερική] που για πρώτη φορά πρωτοστατεί σε μια κοινή προσπάθεια για να τη σταματήσει.

    Αξίζει να αναφέρουμε ότι η καθημερινή διοίκηση της CELAC εξαρτάται από μια τετράδα που συγκροτείται από την τελευταία χώρα που άσκησε την προεδρία, από αυτή που την ασκεί, αυτή που θα τη διαδεχθεί και μια ακόμα εκ περιτροπής που εκπροσωπεί την Κοινότητα της Καραϊβικής. Γι' αυτό και από εδώ έως την επόμενη σύνοδο το 2015 στο Χαν Χοσέ, η Κούβα, η Σάντα Λουσία και το Εκουαδόρ θα μοιραστούν την ευθύνη των εργασιών με την κοσταρικανή προεδρία, αν και η τετράδα συμβουλεύεται τακτικά στις αποφάσεις της τα υπουργεία εξωτερικών των κρατών μελών, μια πρακτική υποδειγματικά δημοκρατική.

    Αλλά η πιο σημαντική συμφωνία που υπογράφηκε στην Αβάνα απ' όλους τους παρόντες προέδρους ήταν η “Διακήρυξη της Αμερικής Λατινικής και της Καραϊβικής ως Ζώνη Ειρήνης”, συμπληρωματική της ζώνης ελεύθερης από πυρηνικά όπλα που προωθήθηκε από το Μεξικό επί των ημερών του μέσω του Συμφώνου του Τλατελόλκο. Επισημοποιεί την αρχή ότι οι συγκρούσεις στην Αμερική Μας θα εκτονώνονται αποκλειστικά μέσω του διαλόγου και των διαπραγματεύσεων, αφήνοντας έξω τη χρήση (στρατιωτικής) δύναμης ή την απειλή της χρήσης της. Διεκδικεί ως θεμελιώδεις αρχές τη μη παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα άλλων κρατών, το δικαίωμα στην εθνική κυριαρχία και τον αυτοπροσδιορισμό και το δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό καθεστώς που επιθυμεί, όλα αυτά ως θεμέλια της διατήρησης της ειρήνης και της συνεργασίας ανάμεσα στις χώρες μέλη και με τις υπόλοιπες χώρες. Αυτό συμπληρώνεται από το κάλεσμα για την επίτευξη πυρηνικού αφοπλισμού σε διεθνή κλίμακα.

    Η διακήρυξη συνιστά ένα τεράστιο βήμα πολιτισμού και ένα παράδειγμα μίμησης από άλλες περιοχές του πλανήτη καθώς ανταποκρίνεται σε μια κουλτούρα συνύπαρξης και μια βαθιά πεποίθηση των λατινο-καραϊβικών κυβερνήσεων, ενώ σε άλλες περιοχές του κόσμου οι συγκρούσεις ανάμεσα σε κράτη και οι εμφύλιοι πόλεμοι, σχεδόν πάντα υποκινούμενοι από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, έχουν στοιχίσει ποτάμια αίματος και την απώλεια πολιτιστικής κληρονομιάς που έχει συσσωρευτεί από τη δουλειά και τη γνώση πολλών γενεών.

    Είναι προφανές, από την άλλη πλευρά, ότι αν και δεν μνημονεύεται επακριβώς στη διακήρυξη, η ορθή εκπλήρωση αυτής απαιτεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία να προχωρήσουν στην απομάκρυνση των στρατιωτικών τους βάσεων, να καταστρέψουν τα πυρηνικά όπλα που αποθηκεύουν ή κυκλοφορούν στα υποβρύχιά τους στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική και την ανάκληση του 4ου Στόλου των ΗΠΑ από την περιοχή.

    Η απαίτηση για την αναγνώριση των δικαιωμάτων της Αργεντινής πάνω στα νησιά Μαλβίνες και η καταδίκη του οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού κατά της Κούβας ήταν επίσης σημαντικές συμφωνίες. Θα φτάσει η μέρα που το Πουέρτο Ρίκο θα συμμετάσχει στην CELAC μαζί με τις αδερφές λατινοαμερικάνικες χώρες.

    Ένα πολύ σημαντικό αποτέλεσμα της συνόδου είναι η επιβεβαίωση της αυξανόμενης αναγνώρισης και του σεβασμού προς την Κούβα από όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, για την παρουσία της ως επικεφαλής της CELAC και για την οικονομική και πολιτική επικαιροποίηση του μοντέλου της. Είναι αξιοσημείωτη η θερμή υποστήριξη που έλαβε το νησί από τη Βραζιλία και το Μεξικό. Αν δεν αποδεχτούν αυτά τα προφανή γεγονότα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μένουν κάθε φορά και πιο απομονωμένες στην περιοχή μας.


    (1) Ο Ángel Guerra Cabrera είναι κουβανός αρθρογράφος και πανεπιστημιακός, ειδικός σε θέματα Λατινικής Αμερικής. Συνεργάζεται με τη μεξικανική εφημερίδαLa Jornada και με άλλα έντυπα και ηλεκτρονικές εκδόσεις.




    via: prensa rebelde

    Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

    Λέων Τρότσκι: Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι



    Η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι




    Ήδη ο Μπλοκ είχε αναγνωρίσει στο Μαγιακόφσκι “ τεράστιο ταλέντο”. Μπορεί να πει κανείς δίχως υπερβολή ότι υπήρχαν στο Μαγιακόφσκι τα αντιφεγγίσματα της μεγαλοφυΐας. Δεν είναι ωστόσο ταλέντο αρμονικό. Που θα μπορούσε να βρεθεί καλλιτεχνική αρμονία μέσα σε κείνη τη δεκαετία των καταστροφών, στο ασημάδευτο όριο δύο εποχών; Στη δημιουργία του Μαγιακόφσκι οι κορυφές πάνε ζευγαρωτά με τις άβυσες, φανερώματα μεγαλοφυΐας ξαφνιάζουν πλάι σε στροφές τιμένες, καμιά φορά μάλιστα κραυγαλέα αγοραίες.
    Οι Μαγιακόφσκι θέλησε ειλικρινά να είναι επαναστάτης, προτού καν να είναι ποιητής. Στην πραγματικότητα ήταν πριν απ΄ όλα ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, που απομακρύνθηκε από τον παλιό κόσμο χωρίς να ξεκόψει μαζί του, μόνο ύστερα από την Επανάσταση ζήτησε και, σ΄ ορισμένο μέτρο, βρήκε σ΄ αυτήν στήριγμα. Δεν συγχωνεύτηκε μαζί της πέρα για πέρα γιατί δεν είχε έρθει σ΄αυτήν μέσα στη σκληρή περίοδο των χρόνων της παράνομης προετοιμασίας. Γενικότερα, ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν μόνο ο “ ψάλτης” μα και το θύμα μιας κρίσιμης εποχής που, προετοιμάζοντας τα στοιχεία μιας καινούργιας κουλτούρας με δύναμη άγνωστη ως τότε, πηγαίνει πιο αργά απ΄ όσο θα έπρεπε για να εξασφαλίσει την αρμονική εξέλιξη ενός ποιητή, μιας γενιάς από ποιητές που δόθηκαν στην επανάσταση. Πρέπει να δούμε εδώ την απουσία εσωτερικής αρμονίας που φανερωνόταν στο στυλ του ποιητή, την ανεπαρκή πειθαρχία του λόγου του και το άμετρο των εικόνων του: την καυτή λάβα του παθητικού και την ανικανότητα να συνδεθεί με την εποχή, με την τάξη, το κακόγουστο χωρατό με το οποίο ο ποιητής μοιάζει να θέλει να προστατευτεί από κάθε προσβολή του εξωτερικού κόσμου. Καμία φορά σκεφτόμασταν την καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική υποκρισία! Όχι! Τα γράμματα που γράφτηκαν πριν από το θάνατό του αναδίνουν τον ίδιο ήχο: τι σημαίνει η επιγραμματική έκφραση “ το επεισόδιο έληξε” με την οποία ο ποιητής τραβάει μια τελευταία γραμμή;



    Ό,τι ήταν ο λυρισμός και η ειρωνεία για τον αργοπορημένο ρομαντικό Ερρίκο Χάϊνε – η ειρωνεία εναντίον του λυρισμού μα συνάμα για την υπεράσπισή του- είναι για τον αργοπορημένο “φουτουριστή” Μαγιακόφσκι το παθητικό και το αγοραίο: το αγοραίο εναντίον του παθητικού μα συνάμα για την υπεράσπισή του.
    Η επίσημη γνώμη, που φιλοτεχνήθηκε από τη Γραμματεία* σε γλώσσα νομικού πρωτοκόλλου, βιάζεται να πληροφορήσει ότι αυτή η αυτοκτονία «δεν έχει καμία σχέση με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές ασχολίες του ποιητή» Πράγμα που είναι σαν να λες πως ο θεληματικός θάνατος του Μαγιακόφσκι δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή του, ή ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα κοινό με την επαναστατική και ποιητική δημιουργία του' αυτό είναι σαν να μεταβάλεις το θάνατό του σ΄ ένα τυχαίο μικρο-γεγονός. Αυτό δεν είναι ούτε αληθινό ούτε αναγκαίο ούτε...έξυπνο! « Η βάρκα της αγάπης έσπασε πάνω στην τρεχούμενη ζωή», γράφει ο Μαγιακόφσκι στους τελευταίους στίχους του. Αυτό θέλει να πει ότι οι «οι κοινωνικές και λογοτεχνικές του ασχολίες» είχαν πάψει να τον ανεβάζουν αρκετά πάνω από τις ταλαιπωρίες της καθημερινής ζωής για να τον προφυλάξουν από τα ανυπόφορα χτυπήματα που έπεφταν πάνω του. Πως να γράψεις τότε: «δεν έχει καμία σχέση»;

    Η τωρινή επίσημη ιδεολογία στο θέμα της « προλεταριακής λογοτεχνίας»- ξαναβρίσκουμε στο λογοτεχνικό τομέα κείνο που βλέπουμε στον οικονομικό τομέα – είναι βασισμένη πάνω σε μιαν ολοκληρωτική έλλειψη κατανόησης των ρυθμών και των προθεσμιών της πολιτικής ωρίμανσης. Η πάλη για την “προλεταριακή κουλτούρα”- κάτι σαν την - “ ολοκληρωτική κολλεχτιβοποίηση” όλων των κατακτήσεων της ανθρωπότητας στα πλαίσια του πεντάχρονου πλάνου- είχε στις απαρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης χαρακτήρα ουτοπικού ιδεαλισμού και για αυτό ίσα- ίσα συνάντησε την αντίσταση του Λένιν και του συντάκτη αυτών των γραμμών. Αυτά τα τελευταία χρόνια αυτή κατάντησε απλούστατα σύστημα γραφειοκρατικής διοίκησης – και καταστροφής- της τέχνης. Αποτυχημένοι της αστικής λογοτεχνίας και στο είδος του Σεραφίμοβιτς, του Γλάντκοβ και Σία, ανακηρύχτηκαν κλασικοί της ψευτοπρολεταριακής λογοτεχνίας. Μια ευλύγιστη μηδαμινότητα όπως ο Αβερμπαχ βαφτίστηκε Μπιελίνσκι της.....« προλεταριακής» λογοτεχνίας (!). Η υψηλή διεύθυνση των καλών γραμμάτων βρίσκεται στα χέρια του Μολότοβ, ζωντανής άρνησης κάθε δημιουργικού πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη φύση. Και το χειρότερο είναι ότι ο βοηθός του Μολότοβ Γκούσεβ, καλλιτέχνης σε πολλούς κια διάφορους τομείς εκτός από την τέχνη. Η εκλογή είναι ολότελα κατ΄ εικόνα του γραφειοκρατικού εκφυλισμού στις επίσημες σφαίρες της επανάστασης. Ο Μολοτοβ και οι Γκούσεβ απλώσαν πάνω στα καλά γράμματα μια λογοτεχνική παραμορφωμένη, πορνογραφικοί, “επαναστατών” αυλοκολάκων, έργο ενός περιληπτικού ανώνυμου.
    Οι καλύτεροι εκπρόσωποι της προλεταριακής νεολαίας, που ο προορισμός τους είναι να προετοιμάσουν τις βάσεις μιας καινούργιας λογοτεχνίας και μιας καινούργιας κουλτούρας παραδόθηκαν στις διαταγές ανθρώπων που μετατρέψανε σε κριτήριο της πραγματικότητας την ίδια τους την έλλειψη κουλτούρας.
    Ναι ο Μαγιακόφσκι είναι ο πιο αρρενωπός και πιο θαραλλέος απ' όλους εκείνους που, ανήκοντας στη τελευταία γενιά της παλιάς ρωσικής λογοτεχνίας και μη έχοντας ακόμα αναγνωριστεί απάυτήν, ζήτησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με την Επανάσταση. Ναι, ύφανε δεσμούς άπειρα πιο πολύπλοκους από όλους τους άλλους συγγραφείς. Ένας βαθύς σπαραγμός παρέμενε μέσα του. Στις αντιφάσεις που περικλείνει η Επανάσταση, ολοένα και πιο οδυνηρές για την τέχνη που αναζητάει βελτιωμένες μορφές, ήρθε να προστεθεί τα τελευταία τούτα χρόνια το αίσθημα παρακμής όπου την κατάντησαν οι επίγονοι. Πρόθυμος να υπηρετήσει την “εποχή του” με τα πιο ταπεινά καθημερινά έργα, ο Μαγιακόφσκι δε μπορούσε να μην αποστραφεί την ψευτο-επαναστατική ρουτίνα. Ήταν ανίκανος να χει πλήρη συνείδηση για αυτό στο θεωρητικό πεδίο και, κατά συνέπεια, να βρει το δρόμο για να την υπερνικήσει. Λέει σωστά για τον εαυτό του πως δεν είναι για παίνεμα”. Για καιρό και ρωμαλέα αρνήθηκε να μπει στο διοικητικό κολχόζ της υποτιθέμενης “προλεταριακής” λογοτεχνίας του Αβερμπαχ. Επιχείρησε να ιδρύσει, κάτω από τη σημαία του Λεφ, το τάγμα των φλογερών σταυροφόρων της προλεταριακής επανάστασης: να την υπηρετήσει με πλήρη συνείδηση και όχι κάτω από την απειλή. Το λεφ δεν είχε φυσικά τη δύναμη να επιβάλει το ρυθμό του στα Εκατοπενήντα Εκατομμύρια: η δυναμική των πλημμυρίδων και αμπώτιδων της επανάστασης ήταν πάρα πολύ βαριά, πάρα πολύ βαθιά. Το Γενάρη αυτού του χρόνου, ο Μαγιακόφσκι, νικημένος από τη λογική της κατάστασης, έκανε μεγάλη προσπάθεια πάνω στον εαυτό του για να προσχωρήσει τελικά στη Σοβιετική ένωση των προλεταριακών νικητών (VAPP) , δύο- τρεις μήνες προτού σκοτωθεί. Αυτή η προσχώρηση δεν του πρόσφερε τίποτα, του πήρε, αντίθετα, κάτι. Σαν καθάρισε τους λογαριασμούς του τόσο στο προσωπικό πεδίο όσο και στο δημόσιο και βούλιαξε τη “ βάρκα” του, οι εκπρόσωπο της γραφειοκρατικής λογοτεχνίας, “ κείνοι που είναι για παίνεμα”, ξεφώνισαν: “ ασύλληπτο, ακατανόητο” , δείχνοντας με αυτό πως δεν είχαν περισσότερο καταλάβει το μεγάλο ποιητή Μαγιακόφσκι απ΄ ότι τις αντιφάσεις της εποχής.
    Ιδρυμένη ύστερα από πογκρομ ενάντια στις ατόφια επαναστατικές και ζωντανές λογοτεχνικές εστίες, η Ένωση των προλεταριακών ποιητών (VAPP), υποταγμένη στο γραφειοκρατικό καταναγκασμό και παραδομένη ιδεολογικά στην εγκατάλειψη, δεν εξασφάλισε ολοφάνερα την ηθική ενότητα: στην αναχώρηση του πιο μεγάλο ποιητή της Σοβιετικής Ρωσίας το μόνο που βρίσκουν να απαντήσουν με ημιεπίσημη αμηχανία είναι κείνο το “ δεν έχει καμία σχέση..” Είναι λίγο, αληθινό λίγο, για κείνον που θέλει να οικοδομήσει μια καινούργια κουλτούρα μέσα στις πιο σύντομες προθεσμίες.
    Ο Μαγιακόφσκι δεν έγινε, δε μπορούσε να γίνει, ο θεμελιωτής της προλεταριακής λογοτεχνίας για τον ίδιο λόγο που σοσιαλισμός δε μπορεί να οικοδομηθεί σε μια μόνο χώρα. Στους αγώνες της μεταβατικής περιόδου ήταν ο πιο θαρραλέος μαχητής του λόγου και έγινε ένας από τους πιο αναμφισβήτητους πρόδρομους της λογοτεχνίας που θα δώσει στον εαυτό της η νέα κοινωνία.

    ( Δελτίο της Ρωσικής Αριστερής Αντιπολίτευσης, Μάης 1930)

    *Γραμματεία: πρόκειται για τη Γενική Γραμματεία του Κόμματος

    απόσπασμα από το βιβλίο: Λέων Τρότσκι, Λογοτεχνία και Επανάσταση, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2003 ομετάφραση, σημειώσεις, επιμέλεια Λ. Μιχαήλ

    Πέθανε ο μεγάλης φήμης κουβανός τραγουδιστής Santiago Feliou


     πηγή:  telesur



    "Ο Φελιού ένιωσε έναν απότομο πόνο στο στήθος για αυτό και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Αβάνας, αλλά δυστυχώς έφτασε αργά, αυτή ήταν η ενημέρωση από τον εκπρόσωπο της οικογένειας του κουβανού καλλιτέχνη που είχε μεγάλη απήχηση στην Λατινική Αμερική για τα κοινωνικά θέματα που έθιγε στα τραγούδια του".

    Ο τραγουδιστής και συνθέτης πέθανε το πρωί της Τετάρτης στην Αβάνα, στα 51 του χρόνια, όπως πληροφορηθήκαμε από τον κουβανικό τύπο.
    Σύμφωνα με εκπρόσωπο της οικογένειας διαμέσου της εφημερίδας Diario de Cuba, Ο Φελιού μεταφέρθηκε δυστυχώς αργά στο νοσοκομείο λόγω ενός δυνατού πόνου στο στήθος.
    Έπαθε έμφραγμα”, βεβαίωσε ο Silvio Rodriguez, τραγουδιστής και φίλος του Φελιού, διαμέσου του μπλογκ του, οποίος έλαβε μία κλήση στις τέσσερις το πρωί για να ενημερωθεί για το θάνατο του φίλου του.
    Η ραδιοφωνική παραγωγός του επίσημου σταθμού της Κούβας “Radio Rebelde” ότι ο μουσικός είχε ανακοινώσει μία συναυλία το επόμενο Σάββατο στην Αβάνα στο χώρο fabrica de arte cubano, ένα πρότζεκτ του συναδέλφου του μουσικού X Alfonso.
    Ο Φελιού γεννήθηκε στην κουβανική πρωτεύουσα το 1962, υπήρξε ένας από τους τραγουδιστές με το μεγαλύτερη απήχηση στην Λατινική Αμερική και συνοδευόταν στις περιοδείες του από τραγουδιστές όπως οι Carlos Varela, Gerardo Alfonso και Frank Delgado.


    Ηχογράφησε 11 δίσκους, ο τελευταίος εκ των οποίων είχε το τίτλο "Αχ η ζωή" και κυκλοφόρησε το 2010.
    ...............................


    El cantante y compositor cubano Santiago Feliú murió en la madrugada de este miércoles en La Habana (capital de Cuba), a los 51 años de edad, informó la prensa cubana. 


    Según un portavoz de la familia citado por el Diario de Cuba, Feliú sufrió un dolor intenso en el pecho y fue trasladado al hospital, pero llegó sin vida.

    "Se lo llevó un infarto", aseguró Silvio Rodríguez, cantautor y amigo de Feliú, a través de su blog.

    Rodríguez contó haber recibido una llamada a las cuatro de la madrugada comunicándole que Feliú había muerto hace una hora. 

    La emisora oficial cubana Radio Rebelde recordó que el músico tenía previsto un concierto el próximo sábado en La Habana en el espacio Fábrica de Arte Cubano, un proyecto de su colega el músico X Alfonso.

    Feliú, quien nació en la capital cubana en 1962, era uno de los trovadores con mayor poder de convocatoria en Latinoamérica y acompañó en sus giras a cantautores como Joan Manuel Serrat, Luis Eduardo Aute, Fito Páez, Pablo Milanés y Silvio Rodríguez.

    Autor de temas como "Ansias del alba", "Para Bárbara" y "Sin Julieta", Feliú forma parte de la segunda generación de la Nueva Trova Cubana, junto a otras figuras como Carlos Varela, Gerardo Alfonso y Frank Delgado.

    Grabó 11 discos, el último de ellos titulado "Ay la vida" y publicado en 2010.
    μετάφραση/απόδοση στα ελληνικά Pasion Nuestra


    Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

    Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ του «ανθρώπινου» στρατευμένου θεάτρου









    «Αδυναμίες, Καμία δεν είχες, Εγώ είχα μία... Αγάπησα»Μπέρτολτ Μπρεχτ




    Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
    γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1898, στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας από πατέρα καθολικό και μητέρα προτεστάντισσα. Περιβάλλον μάλλον πνιγηρό για τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δραματουργό και για πολλούς πατέρα του σύγχρονου θεάτρου. Θα σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και κατόπιν υπηρετεί ως νοσοκόμος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικό κείμενο.

    Η συλλογή ποιημάτων Hauspostille («Εγκόλπιο Ευσέβειας») θα είναι η πρώτη του για να ακολουθήσουν κι άλλες πολλές ποιητικές συλλογές και θεατρικά έργα και ο ίδιος να ονομαστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς και δραματουργούς που έχουν υπάρξει. «Ο πόλεμος με ξεσήκωσε», γράφει ο ίδιος. Το 1918 μία πολιτική αναταραχή στη Βαυαρία θα εμπνεύσει τον Μπέρτολτ Μπρεχτ... το αποτέλεσμα είναι το «Βάαλ», το πρώτο του θεατρικό έργο.

    Την ίδια περίοδο η κομουνιστική θεωρία του ασκεί μία ακατάσχετη έλξη. «Ήμουν είκοσι ετών όταν είδα τη λάμψη της μεγάλης πυρκαγιάς της Ρώσικης Επανάστασης», σημειώνει με ενθουσιασμό. Η συστηματική επαφή του πάντως με τον Κομμουνισμό ξεκινά το 1919.

    Το 1922 παντρεύεται την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ και ένα χρόνο μετά θα αποκτήσει την πρώτη κόρη, Ανν Χιόμπ. Ένα χρόνο αργότερα θα αρχίσει να φοιτά στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελέτησε διαλεκτικό υλισμό και παράλληλα έπιασε την πρώτη του δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο του Βερολίνου. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, το 1933, θα τον αναγκάσει να αυτοεξοριστεί. Τα έργα του και τα γραπτά του απαγορεύονται στη Γερμανία. Οι παραστάσεις διακόπτονται από την αστυνομία. Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, τη Φιλανδία και από κει μέσω Ρωσίας στις ΗΠΑ.

    «Η πνευματική απομόνωση εδώ είναι τρομακτική» γράφει ο ίδιος για το διάστημα που έζησε στην Αμερική. Μετά το τέλος του πολέμου θα επιστρέψει για να εγκατασταθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και γυναίκα της ζωής του που τόσα χρόνια τον ακολούθησε στην εξορία, Χέλενε Βάιγκελ.

    Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έκανε μία από τις μεγαλύτερες τομές στο σύγχρονο θέατρο καθώς επιχείρησε να το απομακρύνει από τις μέχρι τότε συμβάσεις του θεάτρου της ψευδαίσθησης. Ο ίδιος διατύπωσε και εφάρμοσε στα έργα του τη θεωρία του «επικού θεάτρου» και εισήγαγε την τεχνική της αποστασιοποίησης υπενθυμίζοντας διαρκώς στον θεατή την ιστορική διάσταση των όσων συντελούνται στη σκηνή. Τα έργα του επαναστατικά, αντιεξουσιαστικά. Οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι σχοινοβατούν ανάμεσα στην φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους, μέσα σε σενάρια που δεν αφήνουν εκτός τη διδαχή και τα μηνύματα.

    Η πρώτη μεγάλη επιτυχία θα έρθει με τη διασκευή της «Όπερας των ζητιάνων». Διασκευασμένη ως «Η Όπερα της Πεντάρας» σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ - μία «γροθιά» στην αστική τάξη του Βερολίνου - προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα έργα του είχαν έντονη αντιμιλιταριστική χροιά. Με το αντι-πολεμικό έργο του «Ταμπούρλα μες τη Νύχτα» (1922) θα κερδίσει το Βραβείο Κλάιστ. Η μεγάλη αλλαγή θα συντελεστεί κατά τη διάρκεια της εξορίας όταν και θα γράψει τα σημαντικότερα έργα του. Η Μαρξιστική φιλοσοφία και η κομουνιστική θεωρία θα τον επηρεάσουν καθοριστικά. Θα στραφεί και θα υπηρετήσει το «διδακτικό και ανθρωπιστικό» θέατρο.


    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρομεροί τον λένε βρομερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρομιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει. («Εγκώμιο στον κομουνισμό»)

    Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: «Η Ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Μάνα Κουράγιο» (1936-39), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1935-41), «Τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»(1942-43), «Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής» (1944) και «Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία»(1943-45).

    Η ποίηση αποτελεί μεγάλο κομμάτι του συγγραφικού του έργου καθώς ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραψε εκατοντάδες ποιήματα. Ανάμεσα στα πιο γνωστά: «Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου», «Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ», «Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου», «Εγκώμιο στον Κομμουνισμό».


    Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι. Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται να μάθεις. Έτσι όπως είσαι εσύ μπορείς να μείνεις. Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς, τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς τι έχεις να κάνεις για να πας καλά. Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους («Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε»)Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς που ο καιρός τους ήρθε ποτέ δεν είναι πολύ αργά! Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί! Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο! Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή! Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε, εξηντάχρονε! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Ψάξε για σχολείο, άστεγε! Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε! Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο. Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε! («Εγκώμιο στη μάθηση»)

    Το 1955 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θα λάβει το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν. Ένα χρόνο αργότερα θα χάσει τη μάχη με το θάνατο. Στις 14 Αυγούστου του 1956πεθαίνει από θρόμβωση της στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, στο Ανατολικό Βερολίνο.

    πηγή: tvxs

    Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

    Oscar Fernandez Mel: Ο γιατρός της Επανάστασης μιλάει για τον Τσε Γκεβάρα



    oscar fernadez mel and che 1
    Ο Oscar με τον Τσε.
    Συνέντευξη στην Αβάνα, Γενάρης 2003.
    Για εμένα η πλευρά του Τσε για την οποία μου αρέσει περισσότερο να μιλώ είναι η μετά το θρίαμβο της Επανάστασης, όταν εμφανίζεται ως πολιτικός, ως άνθρωπος της δράσης, ο κατάλληλος άνθρωπος για οικονομολόγος, για να γίνει υπουργός Βιομηχανίας, όπως και έγινε.
    Συναντούσε μηχανικούς, μεταλλουργούς, για να συζητήσει την ειδικότητα τους και το έκανε τόσο άνετα, σαν να έκανε διάλεξη, χάρη στο ταλέντο του και την αφοσίωση του στο ζήτημα. Ήταν επίσης συγγραφέας, δημοσιογράφος, ιδρυτής του Verde Olivo, της εφημερίδας στην οποία δημοσίευσε τα πρώτα κείμενα του. Έγραφε επίσης άρθρα σε διάφορα έγκυρα εθνικά και διεθνή έντυπα. Ήταν πολύπλευρος άνθρωπος, αλλά με έναν μοναδικό στόχο. Ήταν αυτός που θα εκπροσωπούσε την Κούβα σε όλες τις διεθνείς συγκεντρώσεις, επιφορτισμένος με διεθνείς ευθύνες, αυτός που θα μιλούσε εκ μέρους της Κούβας και της Επανάστασης.
    Ήταν άνθρωπος πολύ μορφωμένος, ίσως από τους καλύτερα μορφωμένους ανθρώπους της Επανάστασης. Μπορούσε να εκφέρει γνώμη σχεδόν για κάθε θέμα, είτε ιστορικό είτε φιλοσοφικό ή λογοτεχνικό.
    Αγαπούσε πολύ την καλή ποίηση και έγραφε ο ίδιος. Καταγινόταν με την ποίηση, ήθελε να γράψει, αλλά είχε τόσο πολλή δουλειά, που δεν μπορούσε να διαθέσει χρόνο σε πράγματα που αγαπούσε πολύ. Θαύμαζε τον μεξικάνο ποιητή Λεόν Φελίπε.
    Αγαπούσε τις τέχνες, το μπαλέτο, την καλή μουσική – παρόλο που δεν είχε καλό αφτί, ήταν απολύτως φάλτσος. Χόρευε φριχτό τάνγκο και προσπαθούσε να σιγοτραγουδήσει, αλλά ήταν φάλτσος. Όσο για το χορό… Ο Αλμπέρτο Γκρανάδο, ο φιλός του, έχει πολλές ιστορίες να πει. Ο Τσε του έλεγε: “Κοίτα, όταν παίξουν κάτι που ξέρεις ότι μπορώ να το χορέψω, πες μου…”, και όταν έπαιζαν κάτι σηκωνόταν και χόρευε κάτι άσχετο.
    Ήταν ακούραστος κριτικός, αγαπούσε την τέχνη. Επισκέπτονταν τα μουσεία, όπου πήγαινε και γνώριζε καλά τα πιο προχωρημένα επιτεύγματα. Δεν ήταν άσχετος με την κουλτούρα, μπορούσε να συζητήσει για κάθε ιστορική μορφή ή πολιτισμική πλευρά. Μιλούσε για τον Φραντς Κάφτα σα να τον γνώριζε προσωπικά… και όταν διηγούνταν μια ιστορία, την έλεγε ωραία. Προσπαθούσε πάντα να βρει χρόνο να συμπληρώσει τη μόρωσει που είχε πάρει ως παιδί από τη μητέρα του. Εκείνη ήταν γοητευτική γυναίκα, πολύ μορφωμένη και έξυπνη, μπορούσε να μιλάς ώρες μαζί της. Είχε εξαιρετικά γλυκιά έκφραση. Ο Τσε λάτρευε τη μητέρα του.
    Όπως όλοι ξέρουν, ο Τσε ήταν φωτογράφος. Στο Μεξικό ζούσε από τη φωτογραφία. Σήμερα η φωτογραφική μηχανή του φυλάσσεται στο οχυρό Λα Καμπάνια. Την αγόρασε όταν ήρθε στην πρωτεύουσα τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Αργότερα ο φόρτος εργασίας δεν του επέτρεπε να φωτογραφίζει πολύ. Κάποτε ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τη Nikon του. Του είπα: “Κοίτα, Τσε, μη φεύγεις χωρίς φωτογραφική μηχανή. Πάρε αυτήν” και του έδωσα την Kiev μου. Δυο τρείς μέρες μετά μου έστειλε τη Nikon του και την κρατώ ως κειμήλιο στη Λα Καμπάνια.
    Γνώρισε τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή, αλλά δεν τα απολάμβανε. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα απέρριπτε. Απλώς δεν τα επεδίωκε. Θαύμαζε έναν ωραίο πίνακα, ένα καλό κόσμημα. Ήταν αρκετά ανοιχτοχέρης, αλλά αρνιόταν τα υλικά αγαθά υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.
    Τα ρούχα του έχουν σχολιαστεί πολύ και κατακρίθηκε που κυκλοφορούσε μ’ αυτά σα να μην ήξερε να φορέσει ένα αξιοπρεπές κοστούμι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τον φανταστώ με κολάρο και γραβάτα στο υπουργείο. Επιδίωκε την άνεση και την αίσθηση της ελευθερίας. Η χακί στολή του ήταν από καλό βαμβάκι και τον έκανε να νιώθει καλά. Δεν έβαζε μέσα το πουκάμισο και οι μπότες του ήταν αυτές που έφτιαχνε το υπουργείο Βιομηχανίας. Συχνά τις έδινε σε κάποιο βοηθό να τις φορέσει πρώτος για να τις ανοίξει. Του πρόσφερα πολλές φορές πιο αναπαυτικές μπότες, αλλά ποτέ δεν τις φόρεσε. Εκτιμούσε τη χειρονομία, αλλά δεν τις δεχόταν.
    Κάποιες φορές έδινε την εντύπωση ότι ήταν απότομος, παρόλο που ήταν πολύ ευγενικός. Γνώριζε καλά την κοινωνική και ηθική εθυμοτυπία και ήξερε να την εφαρμόζει. Δεν ήταν αναιδής. Έχουν ειπωθεί πολλά γι’ αυτόν που δεν αποδίδουν αυτό που ήταν.
    Αυτός ο “άλλος” Τσε, εξαιρετικός πολεμιστής, πολιτικός, επαναστάτης, μορφωμένος, εραστής της ποίησης και της καλής μουσικής, λιτοδίαιτος, αυτοκριτικός, που αγαπούσε τα παιδιά του, τη γυναίκα και την οικογένεια του, απολάμβανε ένα καλό ψητό ή κρασί, όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ωστόσο δεν ήταν πότης ούτε μποέμ.
    Γι’ αυτόν η τιμή ήταν το θεμέλιο της ζωής του. Ό,τι έκανε το έκανε για την τιμή της Επανάστασης. Επιπλέον, αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν να μη δημιουργήσει πρόβλημα στο Επαναστατικό Κίνημα. Παρακολούθησα την εξέλιξη του από τις πρώτες ομιλίες του. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μίλησε σε μια ομάδα χωρικών στο Ελ Πεντρέρο, πάνω στο Εσκαμπράι. Έκανε ακόμη και κάποιες σουρεαλιστικές αναοφορές. Ήταν υπερβολικά ιδεολογική ομιλία για τους ακροατές του. Οι λέξεις ήταν καλές, αλλά δεν τις καταλάβαινε καλά το ακροατήριο.
    Αργότερα ο Τσε έγινε ρήτορας. Εκφραζόταν πολύ λακωνικά. Κάποιες φορές, ενώ έβλεπα τηλεόραση, έρχονταν και μου έλεγε: “Δεν μπορείς να διαβάζεις, πρέπει να αυτοσχεδιάζεις”. Μιλούσε δέκα λεπτά και μετά έλεγε: “Σήμερα μίλησα 15 λεπτά”. Ποτέ δεν αγαπούσε τις μακριές ομιλίες, έλεγε ό,τι είχε να πει με τρόπο συνεκτικό, που αγαπούσαν οι άνθρωποι. Χειρονομούσε ελάχιστα ή και καθόλου.
    oscar fernandez mel and che
    Στις ομιλίες του φαίνονταν οι αρετές του – κυρίως η τιμιότητα, που θαυμάζω – και το ότι ήξερε πως κάποιος πρέπει να ενεργεί με όσα λέει. Ποτέ δεν έλεγε άλλα μπροστά σου και άλλα πίσω σου. Το πρόσεχε αυτό τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή του.
    Η εντιμότητα του άντεχε σε κάθε έλεγχο. Κάποιες φορές η κριτική του πλήγωνε, αλλά αυτός ήταν. Δεν το ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά, ούτε καν το φαϊ και η άνεση. Αυτά ήταν γι’ αυτόν ασήμαντα. Όταν ήμασταν στο Κονγκό και βλέπαμε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και δε μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, προσπάθησε να τους δώσει ώθηση. Η κύρια αγωνία του ήταν η υπόληψη της Κουβανικής Επανάστασης. Ποιά θα ήταν η θέση της αν φεύγαμε αποτυχημένοι; Πιστεύω ότι αυτό αφορούσε την τιμή του, για την οποία τόσο φρόντιζε. Μια ειλικρινή τιμή, να κάνει το σωστό για το καλό της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.
    Η ζωή του στρεφόταν γύρω από την Επανάσταση, το ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο και τον αγώνα για την ευημερία όλων. Οι απόψεις του τον οδήγησαν στην έννοια του Νέου Ανθρώπου, δηλαδή στη μετατροπή των σκέψεων σε πράξεις μιας διαφορετικής κοινωνίας. Δεν ξέρουμε πότε θα γίνει αυτό, αλλά ήταν υποστηρικτής αυτών των ιδεών.
    Είναι κρίμα που πέθανε. Με δεδομένη την ηλικία του και τις πολιτικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές που συνέβαιναν, θα μπορούσε να παίξει έναν πολύ πιο πρακτικό ρόλο για χάρη της Επανάστασης και της Κούβας. Πάντα έλεγε ότι ήθελε να αφήσει κάτι να τον θυμούνται, κάτι που θα υπενθύμιζε στους ανθρώπους την ύπαρξη του. Και το κατάφερε πλήρως, στο βαθμό που, 35 χρόνια μετά το θάνατο του, συζητείται περισσότερο από όταν ζούσε. Υπάρχουν πάνω από 70 βιβλία για τον Τσε, δέκα βιογραφίες με περισσότερες από 800 σελίδες, γραμμένες από σημαντικούς συγγραφείς.
    Συμβαίνει κάτι με την εικόνα του. Ο μεξικάνος συγγραφέας Πάκο Ιγνάθιο Τάϊμπο, όταν τον ρώτησαν ποια είναι η μαγεία της εικόνας του Τσε, που την βλέπουμε σε όλο τον κόσμο να την έχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιός είναι – ας αφήσουμε την Κούβα και τη Βολιβία – είπε: “…η εικόνα του είναι η υλοποίηση της διαφάνειας και της υπερφυσικής εντιμότητας”.
    oscar fernandez mel doctor cubaΟ Όσκαρ Φερνάντες Μελ γεννήθηκε στο Κολόν της επαρχίας Ματάνσας. Πήρε την ειδικότητα του ορθοπεδικού και εντάχθηκε στους αντάρτες της Σιέρρα Μαέστρα ως γιατρός. Ήταν μέλος της Μονάδας 8 του Τσε, η οποία έκοψε τη χώρα στα δύο με τη νίκη στη Σάντα Κλάρα. Μετά την Επανάσταση ήταν με τον Τσε στο οχυρό Λα Καμπάνια. Κατά την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων ήταν επικεφαλής των ιατρικών υπηρεσιών των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αργότερα υπηρέτησε ως δήμαρχος της Αβάνας και ως πρέσβης στο Λονδίνο. Σήμερα έχει αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις και συνεχίζει να εργάζεται ως γιατρός.
    Πηγή: “ΤΣΕ, η ζωή και το έργο του”, των Hilda Barrio και Garreth Jenkins (Εκδόσεις Μαλλιάρης). Μετάφραση της έκδοσης: CHE HANDBOOK (2006).
    πηγή: guevaristas.net