Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Ενδημική και “φυσική”, η καπιταλιστική κτηνωδία


 


πηγή: Traverso Rossa


Δεν υπάρχει τίποτε παράλογο, τίποτε παράδοξο, τίποτε ανορθολογικό στην αντίδραση της κυβέρνησης και των μελών της, απέναντι στον αφανισμό των μεταναστών στο Φαρμακονήσι. Είναι η τυπική αντίδραση μιας ολοκληρωτικής εξουσίας, που στέλνει ορδές δυνάμεων καταστολής σε κάθε εργατική κινητοποίηση, που οδηγεί στην ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση τον κόσμο της εργασίας, που χτίζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί νομικό πλαίσιο ώστε οι διάφορες ΜΚΟ να αποκομίζουν υπερκέρδη από την ανθρώπινη δυστυχία. Είναι αυτή η ίδια εξουσία που ανοίγει τα σύνορα στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και χτίζει τοίχους για να κρατήσει μακριά της ανθρώπους θύματα, της περιβόητης καπιταλιστικής “ελευθερίας” , που σκορπίζει τον πόλεμο, και τον θάνατο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Η καπιταλιστική κτηνωδία, είναι η φυσική επιλογή ενός συστήματος, που επιτίθεται με ωμή βία στην κοινωνική, πολιτική , οικονομική και ιδεολογική προϋπόθεση της κυριαρχίας του. Στην εργατική τάξη, στους κολασμένους αυτής της γης, που μη έχοντας τίποτε άλλο να απολέσουν, θυσιάζουν την ζωή τους στον βωμό της διαιώνισης ενός συστήματος, που στηρίζει την κυριαρχία του στην κοινωνική και φυσική τους εξόντωση. Όταν οι εργάτες μετανάστες, δεν γεμίζουν τις εργασιακές γαλέρες λειτουργώντας ως μηχανές κερδών για τους καπιταλιστές, μετατρέπονται σε άψυχα κουφάρια, κάνοντας εκκωφαντικά υπαρκτή την παρουσία τους, έστω για μια μοναδική φορά. Ύστερα από λίγο άλλωστε, δεν θα καταγραφούν παρά ως παράπλευρες απώλειες, θύματα ενός κοινωνικού-ταξικού πόλεμου που μαίνεται στα σπλάχνα ενός κόσμουπου παράγει έρεβος σε κάθε του βήμα.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ούτε βαθιά γνώση των κοινωνικών φαινομένων για να γίνει αντιληπτό,ότι το κοινωνικό σύστημα που -ιστορικά- με την βία εγκαθιδρύθηκε, με την βία αποπειράται να διατηρηθεί. Με μια πολυσχιδή, πολυδιάστατη και εκτατική βία που παίρνει την μορφή, της φτώχειας, της ανεργίας, του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού εκμαυλισμού, της προληπτική κρατικής καταστολής, της ωμής δολοφονίας εν δυνάμει αντιφρονούντων του καθεστώτος (Τεμπονέρας, Γρηγορόπουλος, Φύσσας τα πιο πρόσφατα παραδείγματα), της ωμής δολοφονίας ανθρώπων (Φαρμακονήσι) που λογίζονται ως μη χρήσιμοι, ως υπέρογκο κόστος για ένα σύστημα , που αποτιμά την ανθρώπινη ζωή με όρους παραγωγικότητας, με όρους κερδοφορίας.

Δύο είναι τα βασικά μέσα που χρησιμοποιούνται για να βαθαίνει η ωμή εκμετάλλευση της ανθρώπινης υπόστασης σε όλες της, τις εκφάνσεις. Πρωταρχικά, η απόλυτη ασυδοσία σε ότι αφορά στους όρους αναπαραγωγής της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας του κόσμου του κεφαλαίου. Καθοριστικά, η απόλυτη καταστολή και η απόλυτη βία, σε οτιδήποτε αντίκειται πρωτογενώς ακόμη και εμβρυακά, έστω στις πιο κραυγαλέες εκφορές αυτής της ασυδοσίας. Πρόκειται για ένα σύστημα που βρίσκεται σε διαρκή επίθεση, σε αέναη βίαιη κίνηση επιβολής μιας πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας, που μόνο με μια μαζική, έμπρακτη, κοινωνική και πολιτική ανυπακοή μπορεί να ανακοπεί.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο κόσμος της εργασίας θα συνεχίσει να μετράει νεκρούς. Ενώ οι καπιταλιστές θα συνεχίσουν αμέριμνοι, ανέγγιχτοι και απρόσβλητοι, να μετρούν κέρδη.

Η ενδημική, “φυσική”, καπιταλιστική κτηνωδία, δεν λύνεται εντός του ίδιου του συστήματος που την παράγει. Παρά μόνο θάβεται στα συντρίμμια ενός καπιταλιστικού κόσμου, που αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα να συντριβεί.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Juan Gelman: "όχι να φεύγεις, ούτε να μένεις, να αντιστέκεσαι..."













Mi Buenos Aires querido
Sentado al borde de una silla desfondada,
mareado, enfermo, casi vivo,
escribo versos previamente llorados
por la ciudad donde nací.

Hay que atraparlos, también aquí
nacieron hijos dulces míos
que entre tanto castigo te endulzan bellamente.
Hay que aprender a resistir.

Ni a irse ni a quedarse,
a resistir,
aunque es seguro
que habrá más penas y olvido.

Juan Gelman/Gotán.





Αγαπημένο μου Μπουένος Αϊρες
καθισμένος στην άκρη μιας ξεχαρβαλωμένης πολυθρόνας,
ζαλισμένος, άρρωστος, μόλις που ζω,
γράφω προκαταβολικά δακρυσμένες εκδοχές
για τη πόλη που γεννήθηκα.

Πρέπει να τις αιχμαλωτίσω, είναι εδώ
που γεννήθηκαν τα δύο γλυκά μου παιδιά
που ακόμα και μέσα σε αυτό το μαρτύριο όμορφα σε απαλύναν
Πρέπει να μάθεις να αντιστέκεσαι.

Όχι να φεύγεις, ούτε να μένεις,
να αντιστέκεσαι,
αν και είναι σίγουρο
πως (αυτό) είναι γεμάτο πόνο και λησμονιά.


Juan Gelman/Gotán.
μετάφραση/απόδοση στα ελληνικά Pasion Nuestra
πηγή:https://www.facebook.com/LiteraturaYPsicoanalisis

ο 
μεγάλος Αργεντίνος ποιητής Χουάν Χελμάν
Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 83 ετών ο αργεντινός ποιητής Χουάν Χελμάν, ο οποίος είχε τιμηθεί με το βραβείο Θερβάντες το 2007, αλλά και το βραβείο Ρέινα Σοφία ιβηρο-αμερικανικής ποίησης το 2005.


Ο Χελμάν πέθανε στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί τα τελευταία 20 χρόνια, τελευταίο σταθμό της μακράς εξορίας του μετά το πραξικόπημα του 1976 στην Αργεντινή.

Η εφημερίδα Milenio του Μεξικού, στην οποία ο ποιητής διατηρούσε στήλη, ανακοίνωσε ότι ο Χελμάν πέθανε στο σπίτι του αλλά δεν διευκρίνισε τα αίτια του θανάτου του.

Ακούραστος πολέμιος των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής, θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ισπανόφωνους ποιητές.


Η ζωή του σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του γιου του Μαρσέλο στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή (1976-1983) και την εξαφάνιση της νύφης του Μαρία Κλαούντια Γκαρσία.

Το λογοτεχνικό του έργο που περιλαμβάνει τις συλλογές Βιολί και άλλα θέματα και Γκοτάν.


πηγή tvxs.gr




Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Ο ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ. Η ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΚΕΒΑΡΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ».



Ένα χαρακτηριστικό των λεγόμενων οργανώσεων «αντάρτικου πόλης», που έδρασαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, ήταν οι – άμεσες η έμμεσες – αναφορές τους στον Τσε Γκεβάρα. Οργανώσεις όπως οι ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigade Rosse) και η γερμανική «Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) Μπάαντερ-Μάινχοφ» ιδρύθηκαν στην αυγή της δεκαετίας του 1970, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Βιετνάμ, δύο χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68 και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Τσε στη Βολιβία. Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, εμφανίζεται η επονομαζόμενη Ε.Ο. «17 Νοέμβρη», σε γιάφκα της οποίας μάλιστα, δίπλα από ρουκέτες και λοιπό οπλισμό, φιγουράριζε η διάσημη φωτογραφία του Τσε, η guerrillero heroico.
Οι παραπάνω οργανώσεις επιχείρησαν να ενσωματώσουν στη δράση τους ένα κομβικό σημείο της γκεβαρικής αντίληψης του ανταρτοπολέμου: το λεγόμενο “foco” (foquismo) [1], την προσπάθεια δηλαδή δημιουργίας πολλαπλών, διάσπαρτων εστιών «πολέμου», αιφνιδιάζοντας, χτυπώντας γρήγορα και φεύγοντας. Σύμφωνα με τη θεωρία του «φοκίσμο», από την ύπαρξη ενός δυνατού πυρήνα μπορούν να δημιουργηθούν πολυάριθμες εστίες αντάρτικου οι οποίες, εάν εξαπλωθούν, δύναται να κερδίσουν τον αντίπαλο τακτικό στρατό. Πράγματι, αν δούμε το ιστορικό των «χτυπημάτων» τόσο του γερμανικού «RAF», των ιταλικών «Ερυθρών Ταξιαρχιών» όσο και της «17 Νοέμβρη» αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια δημιουργίας ταχύτατων, αιφνιδιαστικών χτυπημάτων (δολοφονιών, βομβιστικών επιθέσεων, κλπ.) σε διάσπαρτα σημεία των αστικών κέντρων που οι οργανώσεις αυτές έδρασαν. Η πραγματική, όμως, θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου με τη δράση των ομάδων αυτών εμπεριέχει σημαντικότατες διαφορές. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
  1. Η θεωρία του ανταρτοπολέμου που ανέπτυξε ο Γκεβάρα είχε ως πεδίο δράσης την ύπαιθρο, τις αγροτικές περιοχές. Ασφαλώς, έχουμε πάντα κατα νου ότι η θεωρία του γκεβαρικού ανταρτοπολέμου βασίστηκε στις συνθήκες που υπήρχαν στην Κούβα τη δεκαετίας του ’50. «Η κατάσταση δεν είναι τόσο δύσκολη στην ύπαιθρο, όπου οι κάτοικοι μπορούν να έχουν την υποστήριξη του ένοπλου αντάρτικου και σε μέρη όπου οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούν να φτάσουν» αναφέρει ο Τσε στο πρώτο κεφάλαιο του «Ανταρτοπολέμου» [2]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης, λοιπόν, μετέφεραν την ένοπλη πάλη στα αστικά κέντρα, στην καρδιά δηλαδή του αστικού κράτους, εκεί όπου οι μηχανισμοί του κράτους ήταν πανίσχυροι. Ακόμη και αν δεχθούμε το – ούτως η άλλως αναμφίβολο – γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία της δεκαετίας του ’70 έχει ουσιαστικές διαφορές απ’ την Κούβα του ’50 η του ’60, ποιές αντικειμενικές συνθήκες επέβαλλαν την έναρξη της ένοπλης πάλης στο Αμβούργο, τη Φρανκφούρτη ή τη Ρώμη, όπου συγκεντρώνονταν όλη η ισχύς της τότε δυτικογερμανικής και ιταλικής αστικής τάξης και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους; Το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, λοιπόν, σε περίοδο που δεν υπάρχουν οι κατάλληλες επαναστατικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστική παρέκκλιση (αν όχι και βάναυση διαστρέβλωση) απ’ τη γκεβαρική μέθοδο του ανταρτοπολέμου.
  2. Ο ανταρτοπόλεμος για τον Τσε, για να έχει πιθανότητες επιτυχούς έκβασης, είχε μια βασική προϋπόθεση: να βασίζεται και να προσβλέπει στη λαϊκή στήριξη. Γράφει σχετικά ο Τσε στον πρόλογο του «Ανταρτοπολέμου»«Έχει σημασία να τονίσουμε ότιο αντάρτικος αγώνας πάλη των μαζών, είναι πάλη του λαού: το αντάρτικο, σαν ένοπλος πυρήνας, είναι η αγωνιστική πρωτοπορία του λαού, η μεγάλη του δύναμη έχει τις ρίζες της στις μάζες του πληθυσμού. Δεν πρέπει να θεωρούμε το αντάρτικο κατώτερο αριθμητικά του στρατού ενάντια στον οποίο μάχεται, ακόμη και αν διαθέτει μικρότερη δύναμη πυρός. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταφεύγει κανείς στον ανταρτοπόλεμο όταν έχει μαζί του έναν πολυπληθή πυρήνα έστω και αν διαθέτει έναν πολύ μικρότερο αριθμό όπλων για να αμυνθεί απέναντι στην καταπίεση» [3]. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες ίσως να ήθελαν να πιστεύουν ότι αποτελούσαν την αγωνιστική πρωτοπορία του λαού – όμως δεν ήταν. Αντιθέτως, οι οργανώσεις αυτές αυτοπροσδοιορίζονταν ως«αγωνιστική πρωτοπορία», παίρνοντας τα όπλα ερήμην του μαζικού εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολεμούσαν στο «όνομα του λαού» ενώ αποτελούνταν (όπως αποδείχθηκε) από σχετικά μικρούς πυρήνες συνωμοτικά δρώντων ομάδων. «Και το επαναστατικό Κίνημα της 26ης Ιούλη στην Κούβα δεν ήταν πολυάριθμο» ίσως αντιτείνει κάποιος. Ναι, αλλά ταυτόχρονα με τη δράση των ανταρτών στην κουβανική ύπαιθρο, στελέχη του Κινήματος δρούσαν ταυτόχρονα στα αστικά κέντρα (Αβάνα, Σαντιάγκο), στρατολογούσαν νέους, οργάνωναν μαζικές απεργίες ενάντια στο καθεστώς, έχτιζαν ολόκληρο δίκτυο λαϊκής υποστήριξης στον αντάρτικο αγώνα [4].
  3. RAF bombing Germany
    Βομβιστική ενέργεια της RAF-Baader Meinhof τη δεκαετία του ’70.
Η αντίληψη του Τσε Γκεβάρα για τη μορφή της επανάστασης, βασίζεται στη λενινιστική προσέγγιση για την αναγκαιότητα μαζικής, οργανωμένης λαϊκής πάλης. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Γκεβάρα ήταν αντίθετος με την ατομική τρομοκρατία, με τις μεμονωμένες δηλαδή βίαιες τρομοκρατικές πράξεις. Να τι έγραφε ο ίδιος ο Τσε για την ατομική τρομοκρατία, την οποία αναγάγουν σε «επαναστατικό αγώνα» διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι «επαναστάτες»:
«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται.Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης» [5].
Ποιό «επαναστατικό ιδανικό» άραγε αποτύπωσαν στη λαϊκή σκέψη οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αντάρτικου πόλεων; Ποιά σχέση υπήρχε ανάμεσα στις μάζες και σε ομάδες τύπου «Μπάαντερ-Μάϊνχοφ» ή «17 Νοέμβρη»; Σε τι χρησίμευσαν οι δολοφονίες κατώτερων ιεραρχικά στελεχών ξένων μυστικών υπηρεσιών η πρεσβειών, αστυνομικών οργάνων ή μεμονωμένων επιχειρηματιών;
Η τρομοκρατία που δε βασίζεται στη λαϊκή υποστήριξη και που έχει ατομικά χαρακτηριστικά, ξεκομμένα απ’ τη μαζική-εργατική πάλη των μαζών έχει αρνητικά αποτελέσματα. Να τι έγραφε ο Τσε επ’ αυτού:
«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλοπου δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα» [6].
Συμπέρασμα.
Che-Guevara-Guerrilla1Μεταξύ της «τρομοκρατίας» που ασκείται ενάντια στο αστικό κατεστημένο και τους ιμπεριαλιστές από μια μαζική επανάσταση με λαϊκά χαρακτηριστικά και της ατομικής τρομοκρατίας μεμονωμένων ομάδων αντάρτικου πόλης υψώνεται ένα μεγάλο τείχος. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις πάλης. Ο Λένιν το θέτει στη σωστή του βάση: «(…) οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)» [7]. Ο ανταρτοπόλεμος, λοιπόν, δεν είναι ούτε αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να συγχέεται με την ατομική τρομοκρατία και την τακτική των μεμονωμένων δολοφονιών που εφάρμοσε το λεγόμενο«αντάρτικο πόλης». Αντιθέτως, ο ανταρτοπόλεμος είναι η προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα, σε μια δοσμένη χρονική περίοδο μεγάλης όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης που δημιουργεί επαναστατικές συνθήκες. Γράφει επ’ αυτού ο Γκεβάρα: «Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών» [8].
Η Ιστορία μας διδάσκει ότι χωρίς πολιτική πρωτοπορία που ζυμώνεται μέσα στις μάζες, στο λαϊκό κίνημα, δε μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικός αντάρτικος αγώνας και επανάσταση. Οι οργανώσεις του αντάρτικου πόλης που γνωρίσαμε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα – όντας απομονωμένες απ’ το μαζικό-λαϊκό εργατικό κίνημα λειτούργησαν ως λιπαντικό στα γρανάζια της αστικής αυταρχικότητας, δυσφήμισαν την επαναστατική δράση στις λαϊκές συνειδήσεις και κατέληξαν στην αναπόφευκτη αποτυχία. Η δε προσπάθεια τους να οικειοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, αλλά και τον ίδιο τον Τσε ως επαναστατικό σύμβολο, δε μπορεί παρά να εκληφθεί ως ύβρις, πράξη προσβλητική απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.
Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Γενάρης 2014.
Υποσημειώσεις:
[1] Ο όρος “foquismo” (φοκίσμο) αναπτύχθηκε απ΄ τον γάλλο διανοούμενο Ρεζί Ντεμπρέ και βασίστηκε στα γραπτά του Τσε στο βιβλίο “Ο Ανταρτοπόλεμος” αλλά και στην εμπειρία του ίδιου του Ντεμπρέ στο αντάρτικο της Βολιβίας (1966-67).
[2] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο).
[3] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος»,, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982 και στο Τσε Γκεβάρα: Η ουσία του αντάρτικου αγώνα (“Ο Ανταρτοπόλεμος”, Πρώτο Κεφάλαιο)
[4] Ο αντάρτικος αγώνας στην Κούβα δεν ήταν ξεκομμένος απ’ την πολιτική δράση μέσα στο λαό. Το Κίνημα της 26ης Ιούλη του Φιντέλ Κάστρο συνεργάζονταν με άλλες οργανώσεις όπως το λεγόμενο “Επαναστατικό Διευθυντήριο” αλλά και το “Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα”.
[5] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 118-119.
[6] Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», Αθήνα, 1982, σελ. 127.
[7] Β.Ι.Λένιν, Απαντα, τ. 40, σελ. 312.
[8] Βλέπε υποσημειώσεις [2] και [3].

via guevaristas.net