Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

THERESIENSTADT ή Ο ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ σ.ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΗΝ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ "ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ"



Ομιλία στην διημερίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας Ρατσισμός και Φόβος με την υποστήριξη του Goethe-InstitutAthen, 27 και 28 Σεπτεμβρίου 2013 

Der Führer schenkt den Juden eine Stadt

       Μήπως  ξανά, μπροστά στα μάτια μας, διαδραματίζεται το έργο με τον τίτλοDerFührerschenktdenJudeneineStadtΟ Φύρερ προσφέρει στους Εβραίους μία Πόλη ;
       Μήπως ο πολιτισμένος κόσμος μας, ο πολιτισμός του κόσμου τούτου, ο κόσμος του λεγόμενου «Δυτικού» ή «Ελληνολατινικού» ή «Ελληνοχριστιανικού» ή και «Ελληνο-ιουδαιο-χριστιανικού» πολιτισμού μετασχηματίζεται σε ένα απέραντο  Theresienstadt, μια οικουμενική Πόλη εγκλεισμού Εβραίων αλλά και μη Εβραίων, ένα πλανητικό στρατόπεδο σαν εκείνο στο Τερεζίν;
       Μήπως στο σκότος του τώρα φαίνεται ξανά το τότε, το φοβερό 1941, όταν ο  Heindrich, ο Müller,  ο Franck και άλλοι Ναζί στήνανε, κάποια μίλια έξω από την Πράγα, ένα στρατόπεδο-πολιτισμένη βιτρίνα και προθάλαμο του Άουσβιτς, το στρατόπεδο-γκέττο του Τερεζίν , μέσα στην παλιά οχυρωμένη πόλη που έκτισε ο Ιωσήφ ο 2ος προς τιμήν της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας και το ονόμασε Theresienstadt;
        Εκεί θα συγκεντρώσουν πριν την οριστική μεταφορά στο στρατόπεδο του θανάτου, 139.654 Εβραίους, ανάμεσα τους πολλούς από το άνθος του πολιτισμού στην γερμανόφωνη Κεντρική Ευρώπη, μουσικούς, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, καλλιτέχνες πρώτης γραμμής, δημιουργούς του πνεύματος που συνέχισαν, κάτω από την διαταγή των Ναζί ή και όχι,  να δημιουργούν. Μαζί τους και πολλά, πάρα πολλά, σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες μελλοθάνατα παιδιά κάτω των δεκαπέντε χρονών που, συν τοις άλλοις, θα παίξουν μέσα στο στρατόπεδο, 55 φορές την υπέροχη όπερα  του Hans Krása BrundibárΗ γερμανική κουλτούρα του μεσοπολέμου, ο ευρωπαϊκός Πολιτισμός,  το ίδιο το ανθρώπινο Πνεύμα, μαζί με Εβραίους πρωτοπόρους δημιουργούς, βρέθηκαν έγκλειστοι  σε ένα προσωρινό, λαμπρό στα μάτια των απέξω, προθάλαμο θανάτου.
        Ο διοικητής  του στρατοπέδου Kart Rahm  και τα SS αναγνώρισαν την αξία της παιδικής όπερας του Χανς Κράσα και το χρησιμοποίησαν για προπαγανδιστικούς σκοπούς , για να δείξουν σε μια επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού- που αποτελούνταν μόνον από ένα μέλος, έκθαμβο από θαυμασμό μπροστά στα πολιτισμικά δρώμενα του στρατοπέδου- πόσο καλομεταχειρίζονταν τους  Εβραίους. Διέταξαν μάλιστα τον έγκλειστο Εβραίο καλλιτέχνη Kurt Gerron, μεγάλο ηθοποιό και τραγουδιστή, να γυρίσει ταινία, που περιλάμβανε σκηνές από την παράσταση του Μπρούντιμπαρ, με τίτλο DerFührerschenktdenJudeneineStadtΟ Φύρερ προσφέρει στους Εβραίους μία Πόλη.
       Η Πόλη αυτή είναι  εμβληματική για τον πολιτισμό της εποχής μας- μέχρι τις μέρες τούτες. Ο Μαρξ είχε μιλήσει προφητικά: Η βαρβαρότητα επανεμφανίζεται αλλά τούτη την φορά γεννιέται μέσα στον ίδιο τον πολιτισμό κι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Είναι η λεπρή βαρβαρότητα, η βαρβαρότητα ως λέπρα του πολιτισμού.[1] Ας μην ξεχνάμε και τον Walter Benjamin:Κάθε μνημείο του πολιτισμού είναι και τεκμήριο της βαρβαρότητας. [2] Το στρατόπεδο του Τερεζίν, αυτό το μνημείο βαρβαρότητας είναι και τεκμήριο πολιτισμού. Δείχνει σε όποιον δεν θέλει να μένει τυφλός την αλήθεια: 
      - Ο πολιτισμός παραμένει έγκλειστος στον προθάλαμο του αφανισμού.
      -  Ο αφανισμός κρύβεται πίσω από έναν πολιτισμό που λειτουργεί σαν υποκριτικό προσωπείο, πλαστό προπαγανδιστικό περικάλυμμα, ιδεολογική φενάκη.
       -  Ο πολιτισμός, όμως, το Πνεύμα, ακόμα και στον προθάλαμο της μαζικής εξόντωσης των αθώων, στην πιο ζοφερή στιγμή των Μοντέρνων Καιρών, τότε που γίνεται κυριολεξία ο στίχος  της Πρώτης Ελεγείας στο Duino του Rainer Maria Rilke …dasSchöneistnichtsalsdesSchrecklichenAnfang… το ωραίο δεν είναι παρά του φρικτού απαρχή[3], παρόλα αυτά κι ενάντια σε όλα αυτά , ορθώνεται μέσα στην βαρβαρότητα ως ακατάβλητη δύναμη Αντίστασης, προσδοκία απροσδόκητης ακύρωσής της, απίστευτη πίστη  πιστών και απίστων, προμήνυμα του Τέλους, ανυπότακτη αναμονή της απρόσμενης, επαναστατικής Αλλαγής των Πάντων.   

Η βαρβαρότητα μέσα στον Πολιτισμό    
       
       Σύμφωνα με μια καίρια παρατήρηση του  Emmanuel Levinas,  ο αντισημιτισμός  είναι έκφραση της  κρίσης του μοντέρνου πολιτισμού. Δεν είναι απλώς το κατάλοιπο  προνεωτερικών θρησκευτικών προκαταλήψεων και της μεσαιωνικής ιουδαιοφοβίας ή  το κατακάθι μιας βαρβαρότητας ξένης προς την  αστική νεωτερικότητα, η οποία δεν πρόλαβε ακόμα- ακόμα; μετά τόσους αιώνες; μετά το Άουσβιτς; σήμερα, τον 21ο αιώνα;- να το αποβάλλει με τα μέσα του «εκσυγχρονισμού» και του Διαφωτισμού.
       Ήδη από τον  Horkheimer και τον Adorno θα έπρεπε να είμαστε τουλάχιστον προσεκτικοί ή και καχύποπτοι για την Auklärung και τον ρόλο  της στην Καταστροφή που συντελέστηκε στον αιώνα της θριαμβεύουσας επιστήμης και τεχνικής.
        Η ρομαντικής καταγωγής διάκριση που είχε γίνει στην Γερμανία ανάμεσα σε Kultur και Zivilisation, σε κουλτούρα δεμένη με μια γη και μια παράδοση και σ’ έναν εργαλειακό -τεχνοκρατούμενο πολιτισμό, δεν  δίνει μια επαρκή απάντηση. Αντιθέτως, όταν η διάκριση μετατράπηκε σε  απόλυτη διχοτομία, τότε στήριξε, αντίστοιχα, την πλαστή εθνικο-φυλετική  αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια εθνική κουλτούρα, την «γερμανικότητα», και έναν «χωρίς ρίζες», κοσμοπολίτικο πολιτισμό, την «εβραϊκότητα».[4] Η αντιπαράθεση σαν ιδεολογικό  όπλο  στα χέρια του Ναζισμού έφερε την συντριβή της ίδιας της γερμανικής κουλτούρας από την βιομηχανική μηχανή του πολιτισμού.
       Ούτε η μεταφυσική αντιπαράθεση Κουλτούρας/Πολιτισμού ούτε ένας εξίσου μεταφυσικός κι ανορθολογικόςKulturpessimismus, ένας παρακμιακός πολιτισμικός πεσιμισμός  à la Spengler μπορεί να ρίξει φως στην Καταστροφή, στην Shoah,  στο μέγα ιστορικό παράδοξο:  στην βαρβαρότητα που «γεννιέται μέσα στον ίδιο τον πολιτισμό κι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του», την « λέπρα του πολιτισμού»( Μαρξ).       
       Υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά της νεωτερικότητας που την ακολουθεί σε όλη την διάρκεια της πλανητικής εξάπλωσης του καπιταλισμού. Ο μοντέρνος αντισημιτισμός  είναι μία μορφή εμφάνισης αυτής της βαρβαρότητας που φωλιάζει στον παρόντα πολιτισμό.
        Η προειδοποίηση του Χορκχάϊμερ  παραμένει σε ισχύ τώρα , τον καιρό της χρυσαυγίτικης επανεμφάνισης του Ναζισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, περισσότερο παρά ποτέ: «Όποιος θέλει να εξηγήσει τον αντισημιτισμό είναι υποχρεωμένος να αναφερθεί στον εθνικοσοσιαλισμό […]Ο νέος αντισημιτισμός είναι ο προάγγελος της ολοκληρωτικής τάξης πραγμάτων που αναδύθηκε μέσα από την φιλελεύθερη. Γι’ αυτό θα πρέπει ανατρέχοντας προς τα πίσω, να εξετάσουμε τις τάσεις που ενυπήρχαν στους κόλπους του καπιταλισμού[…] ...όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό».[5] Ή,  για τον αντισημιτισμό. Ή να αποσιωπά τον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα σε αντισημιτισμό, φασισμό και  καπιταλισμό, από συνενοχή ή δειλία.
        Όλες οι καμπές του ιστορικού καπιταλισμού, από την αυγή στο απόγειο και την δύση του, σημαδεύονται, ή καλλίτερα, στιγματίζονται από την εισβολή του αντισημιτισμού με πρωτότυπες μορφές βαρβαρότητας, απροκάλυπτης ή καλυμμένης με προσωπίδα πολιτισμού.
        Στο λυκαυγές της αστικής νεωτερικότητας υπήρξε η εκδίωξη των Εβραίων από την Ιβηρική και τα περιβόητα  Estatutos de Limpieza del Sangre, όπου για πρώτη φορά, η μοντέρνα βιολογική ψευτο-κατηγορία της «καθαρότητας του αίματος» γίνονταν το αποφασιστικό κριτήριο εντοπισμού, αποκλεισμού, εκτοπισμού, εγκλεισμού ή και εξόντωσης των Εβραίων, σε διάκριση από την θρησκευτική ιουδαιοφοβία του χριστιανικού Μεσαίωνα. Η τελευταία δεν εξαφανιζόταν,  παρέμενε σαν μαύρο φόντο στις πυρές της Ιεράς Εξέτασης, αλλά η αποδοχή της χριστιανικής ομολογίας και το βάφτισμα έχαναν πια το ειδικό τους βάρος  εγκαινιάζοντας τον δρόμο που θα οδηγήσει, στον 20οαιώνα,  στους φυλετικούς νόμους της Νυρεμβέργης. Ο αποκλεισμός με την επίκληση βιολογικών κριτηρίων γίνονταν ο όρος συγκρότησης της αναδυόμενης νεωτερικής κυριαρχίας ως βιοεξουσίας- για να χρησιμοποιήσουμε τον απαράκαμπτο όρο που εισήγαγε ο Michel Foucault- εξουσίας που προσαρμόζει τις πληθυσμιακές πιέσεις πάνω στις ανάγκες της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
        Στο λυκόφως  της αστικής νεωτερικότητας, ο πολιτικός βιολογισμός των απαρχών παίρνει τώρα τις πιο τερατώδεις διαστάσεις σαν όρος συγκρότησης της κλονιζόμενης πλέον καπιταλιστικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον ορισμό του  Goebbels «ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι άλλο από εφαρμοσμένη βιολογία.»  Αλλά κι ο Γάλλος  ιατρός Alexis Carrel, του οποίου το έργο του  και μετά την ήττα του Ναζισμού στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, τόσο προβάλλονταν και προπαγανδίζονταν από τις  αντικομμουνιστικές παραεκκλησιαστικές οργανώσεις της χώρας, τόνιζε ότι «σκοπός του πολιτισμού είναι η υγεία της φυλής»[6].Ας μην αναρωτιούνται όψιμα έκπληκτοι οι σημερινοί Έλληνες από πού εμπνέονται τα διεθνή ιδεολογικά τους πρότυπα οι Χρυσαυγίτες, αυτοί οι Βαλκάνιοι  Ναζί με τσαρούχια κι ο  Herr Unterstormführer Κασιδιάρης . Σίγουρα όχι από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
      
     Ανάμεσα στο λυκαυγές και στο λυκόφως, στο απόγειο της αστικής νεωτερικότητας μετά την Γαλλική Επανάσταση φαίνεται να υποχωρεί το βιολογικό κριτήριο και να επικρατούν « τα δικαιώματα του πολίτη και του ανθρώπου». Σε Γαλλία και Γερμανία και στη συνέχεια  σχεδόν στην υπόλοιπη Ευρώπη, εγκαινιάζεται η λεγόμενη «πολιτική χειραφέτηση» των Εβραίων που αναγνωρίζονται σαν Γάλλοι, ή Γερμανοί κλπ. «πολίτες μωσαϊκού ή ισραηλιτικού θρησκεύματος». Υποτίθεται, η διαδικασία «αφομοίωσης» των Εβραίων επεκτείνεται παντού – μέχρις ότου η υπόθεση Dreyfus στην Γαλλία και προπαντός ο Ναζισμός δώσουν το πιο βίαιο τέλος στην «δημοκρατική» αυταπάτη.
        Ο Μαρξ είχε ασκήσει έγκαιρα κριτική στα όρια αυτής της «πολιτικής χειραφέτησης» των Εβραίων, αντιπαραθέτοντας την προοπτική μιας καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης. Αλλά κι η Hannah Arendt, από την δική της σκοπιά, έδειξε με ευκρίνεια, ότι παρά την υποτιθέμενη «πολιτική χειραφέτησή» τους, οι Εβραίοι της φιλελεύθερης Ευρώπης παρέμειναν  είτε φτωχοί παρίες, θύματα μιας διπλής καταπίεσης κι εκμετάλλευσης  είτε εύποροι parvenus , «παρείσακτοι» στους κόλπους των αστικών ελίτ. Οι δεύτεροι καλλιεργούν στους πρώτους αλλά και στον εαυτό τους την αυταπάτη ότι η «Ιερή Συμμαχία» με την εκάστοτε εξουσία θα γίνει ασπίδα προστασίας. Κι όμως, σ’ αυτήν ακριβώς την εξουσία είναι απαραίτητος ο άμεσος ή έμμεσος αποκλεισμός του Εβραίου, του παρία  και παρείσακτου, του μοντέρνου «φαρμακού» που θεωρείται τόσο  κάτοχος του φαρμάκου για ορισμένες  αδυναμίες του συστήματος όσο και το πανταχού παρόν θανατηφόρο φαρμάκι για το Κράτος-Έθνος. Ο μοντέρνος αντισημιτισμός είναι όρος συγκρότησης  της αστικής νεωτερικής εξουσίας. Η εθνική κυριαρχία (souveraineté) θεμελιώνεται στον αποκλεισμό του χωρίς «εθνικές ρίζες» ριζικά Άλλου . Kι ο αρχετυπικός Άλλος δεν είναι παρά ο «κοσμοπολίτης» Εβραίος.
       Η αυταπάτη του εξευμενισμού, της προσαρμογής ή και της ανοικτής συμμαχίας με τους Ισχυρούς της εξουσίας μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Φτάνει μοιραία, στα άκρα, στην λογική κατάληξη του παραλογισμού της, με την θεωρία και πράξη του Judenrat, του «Εβραϊκού Συμβουλίου» που διόριζαν οι Ναζιστικές αρχές για να οργανωθεί η μαζική εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών.
        Σε κάθε περίπτωση, ο «χειραφετημένος» Εβραίος, παρίας ή παρείσακτος, ζει στα intermundia, στους ενδιάμεσους κενούς χώρους, στους πόρους  της αστικής κοινωνίας. Είναι εντός και εκτός, βρίσκεται στο όριο ενός κόσμου από όπου η κάθε συστημική του κρίση τον απειλεί να τον εκτοπίσει στο χάος.
       Το νεωτερικό αστικό Κράτος-Έθνος, ακόμα και το «δικό του», δεν μπορεί να δώσει ασφάλεια σε έναν λαό που η ιδιαιτερότητά του είναι η οικουμενικότητα του ως «κοινότητας πεπρωμένου» (Schicksalsgemeinschaft), με την έννοια που έδινε στον όρο ο Otto Bauer σε μια κοινότητα κοινών ιστορικών εμπειριών και βασάνων, μαζί και η οικουμενικότητα της πνευματικής παράδοσής του, από την Βίβλο ως τον Spinoza, τον Μαρξ ή τον Freud. Η επισφάλεια της μεταιχμιακής ύπαρξης είναι η συνθήκη ύπαρξής του, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι.  Η Καταστροφή καραδοκεί εντός  και εκτός του ορίου στο οποίο ζει. 
       Η παρούσα παγκόσμια, ιστορική, συστημική κρίση του καπιταλισμού έχει διαρρήξει πλέον το όριο. Αυτό είναι το νέο που φέρνει η εμφάνιση στην σκηνή της ευρωπαϊκής πολιτικής – δεν πρόκειται για «ελληνική εξαίρεση»- όχι απλώς ενός ακόμη ακροδεξιού μορφώματος αλλά ενός απροκάλυπτα ναζιστικού, αντισημιτικού και ρατσιστικού Κόμματος δολοφόνων με μαζική εκλογική βάση, όπως είναι η «Χρυσή Αυγή».

Το ανθρώπινο: καταστροφή ή χειραφέτηση;

        Την επαύριον της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, ο Λεβινάς, σε ένα νεανικό του κείμενο, το 1934, με τίτλο «Μερικές Σκέψεις για την Φιλοσοφία του Χιτλερισμού», κατέληγε με την βαρυσήμαντη παρατήρηση: «Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι το ένα ή το άλλο δόγμα περί δημοκρατίας, κοινοβουλευτισμού, δικτατορικού καθεστώτος ή θρησκευτικής πολιτικής. Είναι το ίδιο το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο»[7]
      Την καταστροφή του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο, τον άνθρωπο –θύμα αλλά και τον άνθρωπο-δήμιο, την  είδε η ανθρωπότητα στο Άουσβιτς και όχι μόνο. Την είδε και μετά το Άουσβιτς και μέχρι σήμερα, την βλέπει καθημερινά,  π.χ. στο φόνο του Πακιστανού στα Πετράλωνα ή του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι ή στην τύχη των παιδιών στην Γάζα, έστω κι αν πολλοί επιλέγουν να  γυρνάν τα μάτια και την σκέψη και την μνήμη αλλού.  
       Παρόλα τα κηρύγματα ανθρωπισμού και μόλους τους πολέμους που κυνικά ονομάζονται «ανθρωπιστικοί», η Δύση και ο λεγόμενος Δυτικός πολιτισμός  φαίνεται να έχουν πάντα ανοικτούς λογαριασμούς με το ανθρώπινο και την καταστροφή του.
      Σχετικά με το ανθρώπινο και την «σύγχυση» που έχει για  ανθρώπινο o Δυτικός πολιτισμός, πάλι ο Λεβινάς, μέσα από  την δικιά του ιδιαίτερη οπτική, όταν θα βρεθεί αιχμάλωτος σε  γερμανικό stalag, θα σημειώσει σταΣημειωματάρια της αιχμαλωσίας του: «μήπως δεν είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα του Δυτικού πολιτισμού το να υπερβεί το ανθρώπινο προς το θεϊκό- να συλλάβει το Αιώνιο μέσα στο ανθρώπινο; Αυτή η σύγχυση- είναι η θεμελιακή έννοια».[8]
       Πρόκειται απλώς για «σύγχυση»; Ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ο Ειρηναίος του Λουγδούνου είχε προειδοποιήσει όσους, Άριους ή μη, βαυκαλίζονταν να είναι «ισόθεοι» και «υπεράνθρωποι» για να καταντήσουν, τελικά, απάνθρωποι: Πώς δ’ έση θεός μηδέπω γενόμενος άνθρωπος; [9]
      Τι σημαίνει όμως, το γίγνεσθαι-άνθρωπος; Τι είναι το ανθρώπινο; Ενάντια σε κάθε μεταφυσική ουσιοκρατία, ιδεαλιστική ή υλιστική, ο Μαρξ έγραφε επιγραμματικά στην 6η Θέση στον Feuerbach: «…η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μια αφαίρεση έμφυτη σε κάθε μεμονωμένο άτομο. Είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» κι όχι «ένας εσώτερος, βουβός, γενικός χαρακτήρας που ενώνει τα πολλά άτομα με ένα φυσιοκρατικό τρόπο»,[10] με τάχα κοινά κι αμετάβλητα(!) βιολογικά χαρακτηριστικά, το «αίμα» ή το DNA.
       Το «σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» αποτελεί μια ιστορικά δομημένη, δυναμική ενότητα αντιφάσεων. Οποιαδήποτε απόπειρα υπέρβασης του ανθρώπινου με την αγνόηση και μη λύση αυτών των ιστορικών αντιφάσεων , με την ισοπέδωση και κάλυψή τους κάτω από ανορθολογικά φληναφήματα περί «αιωνίου έθνους» και «καθαρής φυλής» και «αίματος»  μπορεί να οδηγήσει όχι στο υπερανθρώπινο αλλά στο απάνθρωπο. 
       Το ανθρώπινο, το ανθρώπινο Gattungswesen, με την μαρξική υπέρβαση της φοϋερμπαχιανής έννοιας του «ειδολογικού όντος»,  είναι, το ιστορικό δυναμικό  ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου μέχρι την υπέρβαση εκείνων των αντιφάσεων που εμποδίζουν την «ελεύθερη ανάπτυξη του ενός να είναι όρος της ελεύθερης ανάπτυξης όλων»( Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Αυτός είναι ο μόνος όρος για έναν πανανθρώπινο ελευθεριακό κομμουνισμό, έναν κομμουνισμό του απείρου, του άνευ ορίων και άνευ όρων  που οραματίζονταν ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.
        Δεν είμαστε μακριά από το πώς είδε το ανθρώπινο, την θέση του ανθρώπινου Gattungswesen στην Φύση, την homini dignitas, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου,   ο αναγεννησιακός Giovanni Pico Della Mirandola.
         Στο Dehominisdignitate, τον  αθάνατο πρόλογό του στις 900 Conclusiones- που αντλούσαν από την σοφία όλων των παραδόσεων, από τον Πλάτωνα και το Αριστοτέλη, στον Ζωροάστρη, τον αρχέγονο Χριστιανισμό, τους Άραβες και προπαντός τους Εβραίους καββαλιστές- ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα εντόπιζε το ανθρώπινο ακριβώς στην τάση του στην καθολικότητα, στο δυναμικό της αυτοανάπτυξής του, στην ελευθερία της αυτο-δημιουργίας, στον μη εγκλεισμό του σε μια ιδιαίτερη βιολογική βαθμίδα, σε μια βιολογική ιεραρχία με αμετάβλητες νομοτέλειες,:Poterisininferioraquaesuntbrutadegenerarepoterisinsuperioraquaesuntdivinaextuianimisentetiaregenerari- θα μπορείς στα κατώτερα που είναι κτηνώδη να εκφυλιστείς ΄ θα μπορείς στα ανώτερα που είναι θεϊκά, με την απόφαση της δικής σου ψυχής, να αναγεννηθείς.[11]
      Το διαμετρικά αντίθετο είναι η ρατσιστική κλίνη του Προκρούστη που επιβάλλει ο Ναζισμός, η ανορθολογική ψευτο-βιολογική, άκαμπτη ιεραρχία  των ανθρώπινων όντων κατά φυλές( μια έννοια που έχει κατεδαφίσει προ πολλού η σύγχρονη βιολογία). Η αυθαίρετη αυτή «ιεράρχηση» της κατά Γκαίμπελς «εφαρμοσμένης βιολογίας» του Εθνικοσοσιαλισμού, με κεντρική κατηγορία τον Untermensch και αρχετυπικό πρότυπο «υπανθρώπου» τον Εβραίο αποτελεί μηδενιστική άρνηση και κατεδάφιση της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας, όπως αναδείχτηκε από την Αναγέννηση, στην βάση της ίδιας της αρχαιοελληνικής πνευματικής κληρονομιάς αλλά και της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Με άλλα λόγια είναι καταστροφή του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο.   

Brundibár- ο Πολιτισμός ως Αντίσταση κι Εξέγερση  

       Στο χείλος της καταστροφής, στον προθάλαμο του αφανισμού του, ο έγκλειστος στο Theresienstadt οικουμενικός Πολιτισμός των Εβραίων δημιουργών που σε λίγο θα πήγαιναν στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς  αντιστεκότανε ακατάβλητος, με τα ίδια του τα έργα.  Γράφτηκαν και παίχτηκαν μουσικά αριστουργήματα, Μαζί και οι όπερες που τολμηρά ασκούσανε, με τραγικό αλλά λεπτό σαρκασμό, καταλυτική κριτική στον ίδιο τον Χίτλερ και το Τρίτο Ράιχ  με ποιητικές αλληγορίες όπως είναι Ο Αυτοκράτορας της Ατλαντίδας-DerKaiservonAtlantis του μεγαλοφυούς Viktor Ullman και, όπως προαναφέρθηκε, ο Μπρούντιμπαρ του Χανς Κράσα.
       Η τελευταία άρια του Αυτοκράτορα – καρικατούρας του Φύρερ- γράφτηκε από τον Ούλμαν στο οπισθόφυλλο της λίστας των μεταφερόμενων στο Άουσβιτς μελλοθανάτων- που ανάμεσά τους βρίσκονταν ο ίδιος ο Ούλμαν. Τι άλλο είναι αυτό από πράξη αντίστασης του ίδιου του Πολιτισμού, εξέγερση ενάντια στην φρίκη, άρνηση  του Πνεύματος μέχρις εσχάτων να δεχτεί την υποταγή, η απόρριψη κάθε συμβιβασμού με τον θάνατο; 
       Στην όπερα πάλι του Κράσα, ο Χίτλερ- παίχτηκε από ένα παιδί που φορούσε επιδεικτικά ένα τεχνητό μουστάκι!- δεν είναι παρά ένας χυδαίος και τραμπούκος οργανοπαίχτης που σαγηνεύει τα πλήθη με φτηνές μελωδίες kitsch, ο Μπρούντιμπαρ, φίλος του αστυνόμου που προστατεύει την τάξη στην αγορά κι εχθρός θανάσιμος των πάμπτωχων ορφανών παιδιών, του Pepicek και της Aninku. Τα Εβραιόπουλα απεγνωσμένα και μάταια ψάχνουν να βρουν, χωρίς λεφτά,  γάλα  και ψωμί για την κατάκοιτη μητέρα τους. Κύριο εμπόδιο ο τραμπούκος Μπρούντιμπαρ που επιστρατεύει την βία , τόσο την δική του όσο και του αστυνόμου, καταδιώκοντάς τα σαν «αναρχικούς».
      Τελικά, την διέξοδο για τα ανήμπορα παιδιά θα την ανοίξει ένα παράταιρο ενιαίο μέτωπο ζώων, ενός σπουργίτη, μιας γάτας κι ενός σκύλου. Τα ζώα αυτά που συνήθως αλληλοτρώγονται- ο σπουργίτης κυνηγιέται από την γάτα, η γάτα από τον σκύλο- συμφιλιώνονται, προαναγγέλλοντας τα μελλούμενα, τα συμφιλιωμένα ζώα στην μεσσιανική εποχή στην προφητεία του Ησαΐα: τότε λύκοι και άρνες βοσκηθήσονται άμα, και λέων ως βους φάγεται άχυρα, όφις δε γην ως άρτον ΄ ουκ αδικήσουσιν…[12]
       Ο σπουργίτης, η γάτα και ο σκύλος ξεσηκώνουν τα παιδιά( στα οποία ανήκει η βασιλεία των ουρανών) στο πλευρό του Πέπιτσεκ και της Άνινκου με το τραγουδιστό τρίο :

Σύντροφοι ενωθείτε, τα νύχια σας δείξτε
Την φωνή σας ενώστε στον δικό μας σκοπό
Οι τύραννοι πέφτουν! Οι δικτάτορες συντρίβονται!
Με σας, ναι! θα  τους νικήσουμε !

       Στην όπερα ο Μπρούντιμπαρ νικιέται-προσωρινά. Φεύγει απειλώντας ότι θα ξαναγυρίσει.  Μέσα, όμως στο ίδιο τον προθάλαμο του θανάτου, στο στρατόπεδο του Τερεζίν τα παιδιά, τα ζώα, οι καλλιτέχνες, ο Πολιτισμός του δείξανε ότι δεν το βάζουν κάτω. Του υποσχέθηκαν με την δικιά τους αντίσταση  την αναπόφευκτη εξέγερση
         Ο Χανς Κράσα, ο συνθέτης της όπερας θα χαθεί και αυτός στο Άουσβιτς. Μαζί και όλα σχεδόν τα παιδιά που παίξανε στην παράσταση στο Theresienstadt. Από τα 55 παιδιά του στρατοπέδου που πήρανε μέρος στην όπερα, επέζησε μοναχά η Ela Stein Weissberger, η οποία είχε τραγουδήσει τον ρόλο της γάτας.
    
 Ίσως γιατί οι γάτες είναι εφτάψυχες. Και συνεχίζουν να τραγουδούν

Σύντροφοι ενωθείτε, τα νύχια σας δείξτε
Την φωνή σας ενώστε στον δικό μας σκοπό
Οι τύραννοι πέφτουν!...

                                                              26-27 Σεπτεμβρίου 2013
            

      
        
       

         


[1] Karl Marx, Arbeitslohn 1847 Kleine Ökonomische Schriften, Dietz Verlag 1955 σ. 245 Βλ. και  την σχετική ανάλυση της «μοντέρνας βαρβαρότητας»  στο βιβλίο του Michael Löwy, La Cage d’Acier- Max Weber et le marxisme wébérien, Stock 2013 σ. 39
[2] Walter Benjamin, Sur le Concept de l’Histoire,  Θέση VIΙ, στα  Ecrits Français nrf Gallimard 1991 σ. 348  
[3] Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ελεγείες του Ντουΐνο , μετάφραση Μαρία Τοπάλη, εκδόσεις Πατάκη 2011, σ.10-11  
[4] Βλ. και Enzo Traverso, LaFindela ModernitéJuiveLa Découverte 2013 σ.40
[5] Max Horkheimer , Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, μετάφραση Φ. Τερζάκη, Έρασμος 2006 σ. 37-38
[6] Alexis Carrel, L’Homme cet Inconnu, Plon 1935 σ.137.
[7] Emmanuel Levinas, Quelques réflexions sur la philosophie du hitlérisme, Rivages 1997 σ. 24
[8] Emmanuel Levinas, Carnets de Captivité, Œuvres 1, Grasset 2009. σ. 278
[9] Ειρηναίου του Λουγδούνου, Κατά των Αιρέσεων IV, 39, 2
[10] Karl Marx, Theses on Feuerbach , Marx-Engels Collected Works Progress 1976 vol. 5 1845-1847 σ. 4
[11] Giovanni Pico della Mirandola, De la dignité de l’ homme,  L’ eclat 2008  σ. 8
[12] Ησαΐας 65: 25
ΠΗΓΗ:eek.gr

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Δημήτρης Κουσουρής: Προσπαθούν να μαζέψουν την αγέλη που αμόλησαν







Ημερομηνία: 21/09/2013,
Συνέντευξη του Δημήτρη Κουσουρή στο tvxs.gr
Η δράση της Χρυσής Αυγής παραμένει ίδια εδώ και δεκαετίες. Τα θύματα των δολοφονικών επιθέσεων των ταγμάτων εφόδου είναι αναρίθμητα. Πριν από δεκαπέντε χρόνια στη θέση του Παύλου Φύσσα θα μπορούσε να ήταν ο Δημήτρης Κουσουρής. Τον Ιούνιο του 1998, ως φοιτητής και εκπρόσωπος των ΕΑΑΚ στην ΕΦΕΕ, δέχτηκε τη δολοφονική επίθεση από ομάδα χρυσαυγιτών με επικεφαλής μια ηγετική φυσιογνωμία του νεοναζιστικού χώρου, τον Αντώνη Ανδρουτσόπουλο, γνωστό και ως «Περίανδρο». Ο Δημήτρης Κουσουρής, καθηγητής σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, μιλάει στο tvxs.gr για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη Γιώργο Ρουπακιά, τη δράση της νεοναζιστικής οργάνωσης, τη σχέση της με τα σώματα ασφαλείας, τις ευθύνες των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αλλά και των μέσων ενημέρωσης που την ενίσχυσαν νομιμοποιώντας την.«Σήμερα προσπαθούν να δείξουν πως μαζεύουν την αγέλη που αμόλησαν ενάντια στο λαϊκό κίνημα», τονίζει.
Του Παναγιώτη Κωνσταντίνου.
«Είναι σαφές πως η Χρυσή Αυγή λειτουργεί σε καθεστώς ασυλίας ώστε να χτυπάει στην καρδιά των εργατικών γειτονιών του Πειραιά, πρωτοπόρους αγωνιστές του λαϊκού κινήματος. Προηγήθηκαν τα χτυπήματά της στο Πέραμα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχαν προηγηθεί επιθέσεις σε μετανάστες. Προφανώς ένιωσαν σε καθεστώς ασυλίας με πολιτική νομιμοποίηση από τον ξενοφοβικό λόγο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κι από την πλευρά της ίδιας της κυβέρνησης», αναφέρει για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Σε ακόμη μια περίπτωση μια μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, μέσα ενημέρωσης, δημοσιογράφοι και πολιτικοί «πέφτουν από τα σύννεφα». «Η Χρυσή Αυγή ήταν μια οργάνωση φασιστική με εγκληματική δράση και αυτό το ήξεραν όλοι εδώ και καιρό. Δεν έπεσε καμία μάσκα με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Ως μαζικό ρεύμα, η Χρυσή Αυγή αναπτύχθηκε πάνω στην εξαθλίωση και την απελπισία που σκόρπισε στην κοινωνία η κρίση και η πολιτική των μνημονίων. Η Χρυσή Αυγή αναπτύχθηκε στο γόνιμο έδαφος της νομιμοποίησης ξενοφοβικών, εθνικιστικών, ρατσιστικών ιδεών από μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη ρατσιστική πολιτική και προπαγάνδα των κυβερνήσεων», τονίζει και συνεχίζει:
«Θα πρέπει επιτέλους να μην μιλάμε απρόσωπα. Δεν φταίει γενικά κι αόριστα το “πολιτικό σύστημα”. Οι πολιτικές ευθύνες ανήκουν στο πολιτικό προσωπικό των δύο κόμματων που διαχειρίζονταν την εξουσία σε όλη την μεταπολίτευση, και τώρα τη μοιράζονται, στον τρόπο με τον οποίο καταρχήν συντήρησαν την ύπαρξη και την αναπαραγωγή ακροδεξιών νεοφασιστικών οργανώσεων και κατά δεύτερο λόγο στον τρόπο που επέτρεψαν την άλωση σημαντικών κομματιών των σωμάτων ασφαλείας από αυτές τις δυνάμεις. Αυτό το ξέρουν όλοι. Από το χτύπημα ενάντια σε μένα και τους συντρόφους μου το 1998, από τη μυστική έκθεση που μιλάει για διασυνδέσεις Χρυσής Αυγής και αστυνομίας από το 1999, από τις δεκάδες χτυπήματα ενάντια σε αριστερούς και μετανάστες, από τις κοινές επιχειρήσεις με την αστυνομία που έχει δει όλος ο κόσμος από το 2004. Μέχρι και την Τετάρτη, στη διαδήλωση της Αμφιάλης μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είδαμε τέτοιες εικόνες. Ακόμα και την ώρα της δολοφονίας σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες η αστυνομία ήταν παρούσα.».
«Είναι πράγματα που τα ξέρουν όλοι. Οι μετάνοιες του τύπου ‘τώρα καταλάβαμε τι είναι η Χρυσή Αυγή’ είναι μάλλον υποκριτικές. Αν ο πολύς κόσμος ήξερε κάτι μέχρι την άνοιξη του 2012 ήταν η βίαιη δράση της Χρυσής Αυγής. Σε μια περίοδο κλονισμού των βασικών πυλώνων της αστικής πολιτικής, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αλλά και κατάρρευσης του ΛΑΟΣ μετά τη συμμετοχή του στη μνημονιακή κυβέρνηση, η Χρυσή Αυγή ήταν χρυσή εφεδρεία για να μην στραφεί η οργή του λαού εναντίον εκείνων που καταδίκαζαν τους εργαζόμενους στη φτώχια και την ανεργία. Ακολούθησε μια εκτεταμένη επιχείρηση νομιμοποίησης των εθνικιστικών, ξενοφοβικών, ρατσιστικών ιδεών κι εξοικείωσης με τη δράση των φασιστικών ομάδων. Τότε λίγο-πολύ άρχισαν να διοχετεύονται μέσω των ΜΜΕ ιστορίες σαν κι αυτές με τις γριούλες και τα ΑΤΜ. Κι ασφαλώς αυτό δεν το έκανε μόνη της η Χρυσή Αυγή. Έβαλαν το χέρι τους και όσοι τους στήριξαν για χρόνια, γνωστά επιχειρηματικά συμφέροντα και κύκλοι του “βαθέος κράτους”. Γι’αυτό πιθανότατα τα τάγματα εφόδου ένιωθαν ότι είχαν αρκετά ισχυρές πλάτες για να δολοφονήσουν τον Παύλο Φύσσα μπροστά στα μάτια της αστυνομίας».
Προσπαθούν να μαζέψουν την αγέλη που αμόλησαν
Σχετικά με την αντίδραση της δικομματικής κυβέρνησης μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει χαρακτηριστικά: « Εν μέσω της εσωτερικής και διεθνούς κατακραυγής, ενόψει και της προεδρίας της χώρας στην ΕΕ, η κυβέρνηση που στο μεταξύ έχει καταστρατηγήσει επανειλημμένα τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού και βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, προσπαθεί να αντλήσει νομιμοποίηση εμφανιζόμενη ως εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας. Το γκροτέσκο του πράγματος είναι πως αναθέτουν στο Βορίδη, που κατάγεται από την ίδια πολιτική μήτρα, ρόλο εκπαιδευτή της αγέλης που αμόλησαν ενάντια στο εργατικό κίνημα».
«Στο βαθμό που η καπιταλιστική κρίση που ζούμε συνεχίζει να παράγει φτώχεια και εξαθλίωση ο φασισμός θα παραμένει πρόβλημα και κίνδυνος. Ο φασισμός δεν είναι απειλή που έρχεται από το μέλλον, είναι ήδη εδώ, στην φαλκίδευση του κοινοβουλευτισμού από κυβερνήσεις που νομοθετούν με διατάγματα και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, στην κατάργηση βασικών δημοκρατικών ελευθεριών, όπως η απαγόρευση των απεργιών κ.ο.κ. Βρίσκεται στην εκτεταμένη ζώνη ανομίας εντός της οποίας δρουν από κοινού οι επίσημοι μηχανισμοί του Κράτους, αλλά και παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου χτυπώντας τον εσωτερικό εχθρό: το εργατικό κίνημα», δηλώνει και σημειώνει πως καθόλου τυχαία η δολοφονία του Παύλου Φύσσα συνέβη στη μέση μιας μεγάλης απεργίας.
«Όπως και η επίθεση κατά στελεχών του ΚΚΕ στο Πέραμα ήταν μια επίθεση που είχε προαναγγελθεί από εκείνους που ήθελαν να υπερασπιστούν, όπως οι ίδιοι δήλωναν μπροστά στις κάμερες, τους εφοπλιστές “τους”. Εξάλλου την επόμενη της στυγερής δολοφονίας κάποιος που υπογράφει ως “πρώην υφυπουργός” εμφανίζεται σε σάιτ τραπεζιτών και χρηματιστών (banknews.gr) προτρέποντας το Μιχαλολιάκο να “καταδικάσει τις ακρότητες για να μη χάσει την εκλογική του πελατεία”».
Πως αντιμετωπίζεται ο φασισμός;
Σχετικά με το σενάριο να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή, ο Δημήτρης Κουσουρής επισημαίνει πως « κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον ατελέσφορο κι εν τέλει επικίνδυνο. Πρώτον επειδή η Χρυσή Αυγή έχει απολαύσει την ασυλία των διωκτικών και δικαστικών μηχανισμών για χρόνια. Όπως έλεγε ο Μπρεχτ για το φασισμό, οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, τίποτα δε διασφαλίζει πως δε θα δημιουργηθεί ένα ή περισσότερα μορφώματα, με άλλο όνομα, που θα δρουν με τον ίδιο τρόπο. Τέλος, σε μια περιόδο όπου η θεωρία των δυο άκρων είναι επίσημη κρατική ιδεολογία, τέτοιες λύσεις ανοίγουν ολισθηρούς δρόμους για μια περαιτέρω περιστολή τηε δημοκρατικής νομιμότητας. Αν υπάρχει θεσμική λύση, αυτή θα ήταν ίσως σχετικά να ενταχθεί η Χρυσή Αυγή και επίσημα ως ειδικό (αντικομμουνιστικό, αντιμεταναστευτικό) σώμα της αστυνομίας, ώστε τουλάχιστον να είναι γνωστοί οι πολιτικοί υπεύθυνοι για τη δράση της».
«Και για να μιλήσουμε και λίγο πιο σοβαρά», συνεχίζει ο κ. Κουσουρής, ο περιορισμός του φασιστικού φαινομένου «είναι υπόθεση ανασυγκρότησης και αναγέννησης του εργατικού κινήματος». «Χρειάζεται η οργάνωση ταξικών σωματείων για εργαζόμενους και ανέργους, η συγκρότηση των ανεξάρτητων συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών αλληλεγγύης σε κάθε γειτονιά, πλατεία, σχολείο και χώρο δουλειάς, κοινή δράση των διαφορετικών κομματιών της Αριστεράς, ξεπερνώντας τις παγιωμένες αδυναμίες και ιδεολογικές αγκυλώσεις του παρελθόντος.
Οι ψηφοφόροι των νεοναζί δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία
Μετά την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής πολλοί υποστήριζαν πως ένα μέρος των ψηφοφόρων δεν γνώριζαν τι ακριβώς ήταν. Ωστόσο το νεοναζιστικό κόμμα, και μετά από σειρά αποκαλύψεων, δημοσκοπικά ανέβασε τα ποσοστά του και αυτή η άνοδος οδήγησε και στην αποθράσυνση με καθημερινά ναζιστικά σόου από τους βουελυτές του. «Μια πλευρά της πραγματικότητας είναι πως ένα ακροδεξιό ρεύμα κι ένα απόθεμα φασιστικών, ρατσιστικών και αντικομμουνιστικών ιδεών που “εξημερώθηκαν” προσωρινά και ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό των δυο μεγάλων κομμάτων όσο λειτουργούσαν οι μηχανισμοι αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος και του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού μπλοκ, ήρθαν ξανά στην επιφάνεια στα χρόνια της κρίσης. Αυτό είναι γεγονός. Από την άλλη, ανάμεσα στις αιτίες ανάδυσης ενός μαζικού φασιστικού ρεύματος βρισκεταί ασφαλώς και η αδυναμία των δυνάμεων της αριστεράς να εκφράσουν στην πράξη ένα πειστικό συλλογικό πρόταγμα μετασχηματισμού της κοινωνίας », σημειώνει ο ο κ. Κουσουρής.
«Σε κάθε περίπτωση πάντως, όσοι κατά την τελευταία τριετία ψήφισαν ή στήριξαν τη Χρυσή Αυγή ως “αντισυστημική” λύση ή ως “τιμωρία” του δικομματισμού, δεν είχαν κατά τη γνώμη μου ούτως ή άλλως το ελαφρυντικό της αγνοίας και πλέον δεν μπορούν να την επικαλεστούν ούτε ως πρόσχημα.»
Καταλήγοντας ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει πως « Κανείς δεν είναι αμέτοχος ή αθώος. Το αίμα που χύθηκε και έχει χυθεί τόσα χρόνια δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητο. Είναι επείγον σήμερα, απέναντι στη διαδικασία μετατροπής της δημοκρατίας σε ένα άδειο κέλυφος δίχως περιεχόμενο, να οργανωθεί σε νέες βάσεις ένα κίνημα των εργαζομένων και των δυο εκατομμυρίων ημιαπασχολούμενων και ανέργων -το μόνο που είναι σε θέση να ανασυγκροτήσει την οικονομία, τους κοινωνικούς δεσμούς, το διαλυμένο δημόσιο χώρο, να δώσει πραγματικό περιεχόμενο στη δημοκρατία, να ακυρώσει στην πράξη την οικονομική, πολιτική και φυσική εξόντωση της νιότης και της παραγωγικής ραχοκοκκαλιάς της χώρας».
Πηγή: tvxs.gr


Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

φασίστας κατά διαδηλωτών στην Δάφνη





φώτο από την  αντιφασιστική πορεία στη Δάφνη  πριν από λίγο

πληροφορίες αναφέρουν ότι ο φασίστας ήταν αστυνομικός εκτός υπηρεσίας, 
εκτεταμένη χρήση χημικών από την αστυνομία

Αντιφασιστική συγκέντρωση πραγματοποιείται και έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στην οδό Φιλολάου στο Παγκράτι. 










Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο: Σύντροφοι και φίλοι στην Επανάσταση, μέχρι το τέλος



Che_Fidel_81
Μια απάντηση στα ψέματα και την προπαγάνδα του Ιμπεριαλισμού για την σχέση των δύο μεγάλων επαναστατών.
Ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα που έχουν ειπωθεί γύρω απ’ την Κουβανική Επανάσταση σχετίζεται με την σχέση δύο ηγετικών στελεχών της: του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα. Οι εκδοχές αυτών των ψεμάτων ποικίλουν ανάλογα με την πηγή που τα διαδίδει. Όλες όμως καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «ο Κάστρο πρόδωσε τον Τσε». Η ιστορία αυτών των διαδώσεων δεν είναι καθόλου καινούργια ασφαλώς. Από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, πηγές που είχαν ως βάση τους τις ΗΠΑ είχαν ξεκινήσει την παραφιλολογία περί των δήθεν διαταραγμένων σχέσεων του Τσε με τον Κάστρο.
Η απόφαση του Γκεβάρα να πάει στο Κονγκό το 1965, εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη θέση του στο υπουργείο βιομηχανίας, δημιούργησε θύελλα ψεύτικων διαδώσεων. Γράφει σχετικά ένας εκ των κύριων βιογράφων του, ο Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ: «Φήμες σε βραζιλιάνικες εφημερίδες, που δημοσιεύθηκαν [...] τοποθετούσαν τον Τσε στα μέσα του ’65 στην Κολομβία, στο Περού, στη Χιλή, στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στην Ουρουγουάη, ακόμα και σε μια ψυχιατρική κλινική της Πόλης του Μεξικου. Έξι ειδήσεις από διαφορετικά περιοδικά, που είχαν ξεφυτρώσει σε διάφορες χώρες κατα τη διάρκεια του 1965, ανακοίνωναν το βίαιο θάνατο του. Η πιο παράξενη είδηση ίσως ήταν αυτή που τον ήθελε νεκρό και θαμμένο στο υπόγειο ενός εργοστασίου στο Λάς Βέγκας, στην παγκόσμια πρωτεύουσα των τυχερών παιχνιδών» (Ερνέστο Γκεβάρα: Γνωστός και ως Τσε, 1995).
Η πλειοψηφία αυτών των διαδόσεων προέρχονταν χωρίς αμφιβολία από τη CIA, η οποία φρόντιζε να σπείρει «ειδήσεις» για δήθεν ρήξη του Τσε με την κουβανική κυβέρνηση. Συνεχίζει ο Τάϊμπο: «Σύμφωνα με μια κουβανέζικη πηγή, οι εκπομπές των ραδιοφωνικών σταθμών που ελέγχονταν από τη CIA διέδιδαν στα προγράμματα τους που απευθύνονταν στην Ασία ότι ο Τσε είχε δολοφονηθεί από τον Φιντέλ λόγω της φιλοκινεζικής του τάσης και στις εκπομπές προς την Ανατολική Ευρώπη λόγω του ότι ήταν φιλοσοβιετικός».
Κατα τη διάρκεια της διαμονής του Τσε στο Κονγκό, οι φήμες για την τύχη του είχαν οργιάσει. Πηγές απ’ το Μαϊάμι διέδιδαν ότι βρίσκεται στη Δομινικανή Δημοκρατία παίρνοντας μέρος σε λαϊκή εξέγερση, άλλες πηγές αντεπαναστατών στις ΗΠΑ ότι είχε σκοτωθεί σε οδομαχίες στον Άγιο Δομίνικο. Εξόριστοι αντίπαλοι του Κάστρο διέδιδαν πως ο Τσε επέβαινε σε υποβρύχιο που είχε καταστραφεί αύτανδρο από ριπή πυροβολικού. Ήταν δε τέτοια η επιθυμία των αμερικανών να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα που, όπως γράφει ο Τάιμπο, «η υπηρεσία (CIA) είχε παγιδευτεί στο ψεύδος που προσπαθούσε να διαδώσει, ότι δηλαδή οι διαφωνίες με τον Φιντέλ είχαν προκαλέσει την πτώση του Τσε και, κατά συνέπεια, είχε συλληφθεί ή εκτελεστεί στην Κούβα (όπως λέει ο Μαρτσέτι, ένας από τους λόγιους της Εταιρίας)». Ο υποδιοικητής της Μεραρχίας του Δυτικού Ημισφαιρίου για τις κουβανικές υποθέσεις, Τζον Χαρτ, προσπαθούσε να μαντέψει που βρισκόταν ο Τσε. Σε μια επίσκεψη του στον σταθμό της CIA στο Μοντεβιδέο είχε αναφέρει ότι ίσως να βρισκόταν σε κάποιο νοσοκομείο της Σοβιετικής Ένωσης υποφέροντας από κάποια …διανοητική διαταραχή που του προκλήθηκε από φάρμακο κατά του άσθματος.
Ο Φιντέλ Κάστρο έχει αναφερθεί στις φημολογίες που κυκλοφορούσαν για τη δήθεν ρήξη του με τον Τσε. Γι’ αυτές τις φήμες έχει κατηγορήσει τόσο τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και τους αντεπαναστάτες κουβανούς του Μαϊάμι, όσο και λατινοαμερικάνους τροτσκιστές οι οποίοι ποτέ δεν είδαν με καλό μάτι το δρόμο που είχε χαράξει η Επανάσταση στην Κούβα. Ο ρόλος των τροτσκιστών στη διάδοση ψευδών ειδήσεων περί της τύχης του Τσε το 1965 δεν είναι καθόλου αμελητέος. Στις αρχές του 1966, το πρακτορείο Φρανκ Πρες μετέδωσε την ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι ο Φιντέλ και ο Τσε είχαν ανταλλάξει πυροβολισμούς κατά τη διάρκεια μιας φιλονικίας και ότι ο Τσε είχε σκοτωθεί. Την ιστορία επιβεβαίωσε και αναδημοσίευσε μια τροτσκιστική εφημερίδα.
Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ο Κάστρο και ο Τσε διατηρούσαν μια σταθερή φιλία βασισμένη στην αλληλοεκτίμηση. Από τα γραπτά που μας έχει αφήσει ο Τσε δεν υπάρχει ούτε δείγμα αρνητικής κριτικής απέναντι στον Φιντέλ – διαφορετικές οπτικές και απόψεις τακτικής φύσης υπήρχαν, ούτε υπόνοια όμως για θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο αντρών. Η αποχώρηση του Τσε από την Κούβα το 1965 αποτελεί μέχρι και σήμερα το βασικό σημείο που επικεντρώνεται η παραφιλολογία για τη δήθεν διαμάχη τους. Καμία ωστόσο από τις ψευδολογίες δεν τεκμηριώνεται. Γκεβάρα και Κάστρο είχαν συμφωνήσει πως από την στιγμή που θα στερεώνονταν η κουβανική Επανάσταση, ο Τσε θα ήταν ελεύθερος να ριχτεί ξανά στη μάχη, σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Αυτός ήταν βασικός όρος που ο ίδιος ο Τσε είχε θέσει στον Φιδέλ από τις πρώτες τους κιόλας συνομιλίες στο Μεξικό, κάτι που ο Κάστρο είχε αποδεχθεί: «Εγώ το μόνο που θέλω είναι, αφού θα θριαμβεύσει η επανάσταση, αν θελήσω να πάω να πολεμήσω στην Αργεντινή, να μη μου στερήσετε αυτή τη δυνατότητα, να μη με εμποδίσουν ως προς αυτό τα ζητήματα του κράτους».
Ο ιδιαίτερος γραμματέας του Τσε στο Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης (INRA), ο Χοσέ Μανουέλ Μανρέσα, θυμάται τα λόγια του Γκεβάρα κατά τη πρώτη μέρα της παρουσίας του στο γραφείο. Τα παραθέτει ο Π.Ι.Τάϊμπο: «Το 1961, όταν φτάσαμε στο γραφείο του Τμήματος Βιομηχανίας, ο Τσε ακούμπησε σε μια αρχειοθήκη και μου είπε:Θα μείνουμε εδώ πέντε χρόνια κι ύστερα θα φύγουμε. Με πέντε χρονάκια παραπάνω, θα μπορούμε ακόμα να στήσουμε ένα αντάρτικο».
Che and Fidel - companeros 24Η περίφημη ομιλία του Τσε στο Αλγέρι το 1965, στο πλαίσιο του Δευτέρου Οικονομικού Σεμιναρίου Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, έχει χαρακτηριστεί ως ο λόγος της φημολογούμενης ρήξης του Γκεβάρα με τον Κάστρο. Και αυτό επειδή ο Τσε είχε αναφερθεί με σκληρά λόγια στην τακτική της τότε σοβιετικής ηγεσίας να χρεώνει την υλικοτεχνική βοήθεια που παρείχε σε υπανάπτυκτες χώρες που πάλευαν για αποδέσμευση από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά. Η σκληρή κριτική που είχε ασκήσει τότε ο Γκεβάρα στην ηγεσία Χρουστσώφ ενδέχεται να ενόχλησε σοβιετικούς κύκλους και να προβλημάτισε ακόμη και την ίδια την κουβανική κυβέρνηση. Δεν αποτελεί όμως λόγο για «ρήξη» στις σχέσεις Κάστρο-Γκεβάρα. Μια ματιά στις ομιλίες του Κάστρο κατα τα έτη 1966-67 αποδεικνύει ότι ο ίδιος ο Φιντέλ δεν δίσταζε να εκφωνήσει αρκετά επικριτικούς λόγους απέναντι στην σοβιετική ηγεσία. Η άποψη ότι οι δύο επαναστάτες ήρθαν σε ρήξη λόγω της ομιλίας του Τσε στο Αλγέρι αποτελεί κατα κύριο λόγο κατασκεύασμα της CIA, έκθεση της οποίας το Οκτώβρη του 1965 ανέφερε ότι ο Τσε είχε «εκπέσει» του αξιώματος του στην Κούβα λόγω της αντίθεσης του «απέναντι στις πολιτικό-οικονομικές πρακτικές της ΕΣΣΔ και της διαφωνίας με τους ρώσους οικονομικούς συμβούλους». Άλλωστε, η πρακτική της CIA να «σπέρνει ζιζάνια» στις σχέσεις σοσιαλιστικών εταίρων και συμμάχων δεν ήταν καθόλου άγνωστη. Το παραπάνω επιχείρημα όμως δεν έχει καμία ουσιαστική βάση, μιάς και η οικονομική πολιτική του Τσε (περί εκβιομηχάνισης) ακολουθήθηκε για τα επόμενα τουλάχιστον δύο χρόνια (1966-67). Ο Τάϊμπο παραθέτει τη μαρτυρία στενού συνεργάτη του Γκεβάρα (Φιγκέρας) στο υπουργείο βιομηχανίας: «Έχουν γραφτεί πολλά σχετικά με το γεγονός ότι τάχα εγκαταλείψαμε την ιδέα του Τσε για εκβιομηχάνιση για να ασχοληθούμε με τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η προσπάθεια για την εκβιομηχάνιση παρατάθηκε μέχρι το ’66-67».
Εάν ίσχυαν τα ψεύδη των της CIA, τότε λογικά ο Φ.Κάστρο θα εγκατέλειπε το Γκεβάρα κατά τις επόμενες επαναστατικές απόπειρες του αργεντίνου. Αυτό όμως δε συνέβη ούτε κατά το ελάχιστο, ούτε στο Κονγκό, ούτε αργότερα στη Βολιβία. Ο Κάστρο έλαβε προσωπικά μέρος στην προετοιμασία του Τσε και της ομάδας των κουβανών ανταρτών για το ταξίδι στο Κονγκό και όρισε υπεύθυνους για την ασφάλεια του Γκεβάρα τους δύο έμπιστους συνοδούς του Κομαντάντε, τον Ντρέκε και τον Μαρτίνες Ταμάγιο. Κατα τη διάρκεια της παραμονής του Τσε στο Κονγκό, οι δύο άνδρες διατηρούσαν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας η οποία έχει διασωθεί, καθώς ο Γκεβάρα ενημέρωνε αναλυτικά τον κουβανό ηγέτη για τα τεκταινόμενα στην αφρικανική χώρα. Εάν η σχέση τους είχε διαταραχθεί – όπως αναφέρει η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα – τότε γιατί υπήρχε αυτή η προσωπική επικοινωνία και γιατί η κουβανική κυβέρνηση συνέχιζε να ενισχύει το αντάρτικο μέτωπο του Κονγκό με αντάρτες και οπλισμό;
Μια απ’ τις πλέον εμπεριστατωμένες έρευνες αναφορικά με την σχέση των δύο επαναστατών έχει γίνει από τον Simon Reid-Henry στο βιβλίο “Fidel and Che: A revolutonary friendship”. Χρησιμοποιώντας αρχειακό υλικό από Αβάνα και Μόσχα, όπως και αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA, ο Henry έχει προσπαθήσει να δώσει το στίγμα μιας φιλίας που κράτησε μέχρι τέλους. Το βασικό νόημα που περνάει το βιβλίο είναι ότι Φιντέλ και Τσε, δύο διαφορετικές προσωπικότητες, ήταν βαθιά – πιστοί ο ένας στον άλλο – φίλοι και σύντροφοι που, ασχέτως διαφωνιών σε επιμέρους ζητήματα, διατήρησαν την φιλία και αλληλοεκτίμηση τους μέχρι τέλους. Η σχέση του Γκεβάρα με τον Κάστρο συγκρίνεται – με όλες τις διαφοροποιήσεις που εμπεριέχει – με αυτήν τουΜάρξ και του Ένγκελς. Ο Simon Reid-Henry απορρίπτει την παραφιλολογία για τη δήθεν ρήξη μεταξύ τους και την φιμολογούμενη «προδοσία» του Κάστρο: «Η φημολογία αυτή μου προσέλκυσε το ενδιαφέρον στο ξεκίνημα της έρευνας αλλά δεν βρήκα κανένα στοιχείο που να την στηρίζει» και συνεχίζει: «φαίνεται ξεκάθαρα ότι, αν και η άμεση πολιτική τους σχέση τελείωσε ουσιαστικά το 1965, οι δεσμοί φιλίας δεν διαλύθηκαν και ο Φιντέλ δεν πρόδωσε τον Τσε στη Βολιβία».
Γιατί ο Τσε δεν επέστρεψε στην Κούβα
Che_Fidel_Ramon_BenitezΤο γεγονός ότι ο Τσε Γκεβάρα δεν εγκαταστάθηκε και πάλι στην Κούβα μετά τον αντάρτικο αγώνα στο Κονγκό, αλλά προτίμησε να οργανώσει ένοπλο αγώνα στη Βολιβία, έχει χρησιμοποιηθεί ως «υπόνοια» για δήθεν διατάραξη των σχέσεων του με την Αβάνα. Όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει ερευνητές, αλλά και τα ίδια τα γραπτά του Τσε, η απόφαση για την οργάνωση αντάρτικου στη νότια Αμερική είχε ήδη παρθεί από το 1964. Εκείνη τη χρονιά, ο ίδιος ο Γκεβάρα κατέστρωνε σχέδια για δημιουργία εστιών ένοπλου αγώνα στην Αργεντινή και τη Βολιβία – στη βιογραφία του Π.Ι.Τάϊμπο αναφέρεται η συμμετοχή στον σχεδιασμό αυτόν (που δεν είναι ευρύτερα γνωστός) πρωτοκλασσάτων στελεχών της κουβανικής επανάστασης, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Κάστρο. Επομένως, η προσπάθεια για έναρξη αντάρτικου στη νότια Αμερική (που δεν ευοδώθηκε το 1964) είχε προαποφασιστεί πριν ακόμη ο Τσε εγκαταλείψει την Κούβα το 1965 με προορισμό το Κονγκό. Το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Τσε Γκεβάρα στον Φιντέλ σήμαινε το τέλος της συμμετοχής του στην κουβανική κυβέρνηση, σε επίσημη πολιτική θέση.
Ο Τσε, πιστός στο διεθνιστικό του καθήκον, θα έδινε τη μάχη στη Βολιβία ούτως ή άλλως.  Επέστρεψε μυστικά στην Κούβα το 1966 προκειμένου να προετοιμαστεί για την αποστολή του αυτή. Από την συνάντηση του με τον Φιντέλ – ο οποίος μάλιστα επιθεώρησε το ψεύτικο διαβατήριο του και με τον οποίο συνομίλησε πρωτού αναχωρήσει – δεν προκύπτει καμία ρήξη, σε προσωπικό τουλάχιστον επίπεδο.  Οι όποιες πολιτικές διαφωνίες – εάν υπήρχαν – δεν έχουν καταγραφεί ώστε να έχουμε σήμερα ενδείξεις. Εάν όντως υπήρχαν, δεν θα είχαν καταγραφεί στο ημερολόγιο του Τσε κατά τους μήνες της παραμονής του στη Βολιβία;
Ποιά είναι η αλήθεια
Ποιοί διαδίδουν τις φήμες για τη δήθεν προδοσία του Φιντέλ απέναντι στον Τσε; Ποιοί στηρίζουν και αναπαράγουν αυτά τα θλιβερά ψεύδη; Οι κοντινοί άνθρωποι του Τσε Γκεβάρα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της ειλικρινούς φιλίας που υπήρχε μεταξύ των δύο επαναστατών. Κανένας, ουδέποτε, δεν έχει αφήσει ούτε υπόνοια για την στάση του Φιντέλ. Η σύζυγος του Τσε, η Αλεϊδα Μαρτς, στο βιβλίο της«Αναμνήσεις: η ζωή μου με τον Τσε» (2007) υποστηρίζει ότι ο Φιντέλ στάθηκε στο πλεύρο του Τσε και των διεθνιστικών του καθηκόντων, στηρίζοντας την οικογένεια του δολοφονηθέντος επαναστάτη.
Μέχρι σήμερα, κανένας απ’ τους επιζώντες συντρόφους του Τσε Γκεβάρα στο αντάρτικο δεν έχει κατηγορήσει τον Φιντέλ για προδοσία. Εξαίρεση αποτελούν άνθρωποι οι οποίοι, για ιδιοτελείς λόγους, πέρασαν στο αντεπαναστατικό στρατόπεδο, έφυγαν απ’ την Κούβα και ζουν στο εξωτερικό διαδίδοντας ψεύδη για την επαναστατική κυβέρνηση. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο Ντανιέλ Αλαρκόν Ραμίρες (Μπενίνο), πρώην αντάρτης στην Σιέρρα Μαέστρα και αργότερα στη Βολιβία που σήμερα διαμένει στην Ευρώπη, ο οποίος συγκαταλέγεται στους αντικαστρικούς αυτοεξόριστους. Η άποψη του Μπενίνο είναι ότι ο Φιντέλ, σε συνενόηση με την σοβιετική ηγεσία, εγκατάλειψε τον Τσε στη μοίρα του αφήνοντας τον βορά στα νύχια της CIA και του βολιβιανού στρατού. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην αντάρτης δεν έχει δώσει κανένα χειροπιαστό στοιχείο που να αποδεικνύει τα λεγόμενα του, κάνοντας τη μαρτυρία του να μοιάζει αναξιόπιστη. Στο περίφημο ημερολόγιο της Βολιβίας, που ο Τσε έγραφε τους μήνες πριν την σύλληψη και δολοφονία του, δεν περιλαμβάνεται ούτε ψήγμα κατηγορίας ενάντια στην στάση του Κάστρο και της Αβάνας γενικότερα.
Μπενίνο και Φ.Ροντρίγκες.
Μπενίνο και Φ.Ροντρίγκες.
Πέραν της CIA και του Ραμίρες, το αίωλο επιχείρημα περί της δήθεν προδοσίας του Κάστρο έχουν διαδώσει αξιωματικοί του βολιβιανού στρατού, μέλη δηλαδή του σώματος που εξεδίωξε, συνέλαβε και δολοφόνησε (έπειτα απο άνωθεν εντολή) τον Τσε. Για παράδειγμα, το ψέμα αυτό το έχει υποστηρίξει θερμά ο πράκτορας της CIAΦέλιξ Ροντρίγκες, εκ των πρωτεργατών της σύλληψης του Τσε. Είναι περισσότερο απο προφανές ότι η διάδοση αυτού του ψέματος ευνοεί εκείνη την πλευρά που θα επιθυμούσε να προκαλέσει ρήγματα στις γραμμές του επαναστατικού κινήματος, να θέσει σε αντιπαράθεση συντρόφους και συμμάχους, να διαβάλει το αραγές μέτωπο της κουβανικής επανάστασης.
Η ερώτηση «ποιός πρόδωσε την προσπάθεια του Τσε στη Βολιβία;» θα απαντηθεί από την ίδια την Ιστορία. Ευθύνες μπορούν να αποδωθούν στην πλευρά του τότε Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας και του αρχηγού του Μάριο Μόνχε, ο οποίος την τελευταία στιγμή απέσυρε την αρωγή που είχε υποσχεθεί στους αντάρτες. Όπως ευθύνες μπορούν να αποδωθούν στην, λανθασμένη όπως αποδείχθηκε, εκτίμηση για την στήριξη που οι χωρικοί της βολιβιανής επαρχίας θα έδιναν στον αντάρτικο στρατό. Το αντάρτικο στη Βολιβία δεν έτυχε τέτοιας λαϊκής υποστήριξης – η τρομοκρατία της δικτατορίας είχε πιάσει τόπο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Φιντέλ Κάστρο και η κουβανική κυβέρνηση στάθηκαν στο πλευρό του Τσε, εφοδιάζοντας με έμψυχο υλικό, οπλισμό, πλαστά διαβατήρια και έγγραφα την προσπάθεια εκείνη.
Το τι διαμείφθηκε στις προσωπικές συζητήσεις του Τσε με τον Φιντέλ δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το σημαντικό είναι ότι, ακόμη και αν είχαν διαφορετική οπτική σε ορισμένα ζητήματα, είχαν κοινούς στόχους. Απ’ την πρώτη γνωριμία στην Πόλη του Μεξικού μέχρι το τραγικό τέλος στη βολιβιανή ύπαιθρο, οι δύο άνδρες διατήρησαν την άρρηκτη σχέση μεταξύ συντρόφων. Η Ιστορία θα δικαιώσει την αλήθεια αυτή, ενάντια στα ψέματα και τις συκοφαντίες του Ιμπεριαλισμού και των διάφορων «καλοθελητών».
Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, Αύγουστος 2013.