Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Αργεντινή: Η αναξιοπρέπεια των κανονικών.

Σχόλιο Pasión Nuestra Είναι αλήθεια η ελευθερία έκφρασης που μας παρέχουν τα κοινωνικά μέσα μονοπωλεί το ενδιαφέρον κάθε συζήτησης, πολιτικής ή μη, με ευκολία είναι απάντηση γα όλα, σαν όλα τα καίρια προβλήματα να μπορούν να επιλυθούν μονομιάς, φτάνει να τα σκεπάσει το πέπλο της νέας “ενημερωτικής πρότασης”. Παραγνωρίζοντας ή καλύτερα αποσιωπώντας, τελείως!!, το γεγονός ότι όλα αυτά χορεύουν σαν όμορφα καμουφλαρισμένες μαριονέτες στο ρυθμό του Κεφαλαίου, στο ρυθμό του καπιταλισμού, η πόλωση, οι προσπάθειες ομογενοποίησης, αλλά και ένας διάλογος δίχως τελειωμό, απομακρυσμένος από τη δράση και μαλωμένος με τα πραγματικά, ουσιαστικά προβλήματα της κοινωνίας, όπως αυτά στέκονται αγέρωχα απέναντι μας στο δρόμο, στη δουλειά στο πανεπιστήμιο, στο σχολείο και παντού· Τα αγαπημένα μας μέσα έχουν καταφέρει αυτό που προσπάθησε ομολογουμένως, πολύ, το άλλοτε μεγάλο τοτέμ του περασμένου αιώνα: η τηλεόραση: έχουν δημιουργήσει τα πιο πολλά ταυτόχρονα παράθυρα, ε, ναι! όταν τελειώσει το δελτίο των οκτώ, και αφού ωραία διαφωνήσαμε, το γάλα μας και για ύπνο, αύριο πάλι.


Το παρακάτω άρθρο αναδεικνύει την επικινδυνότητα που εν συντομία παραθέτουμε παραπάνω, την επικινδυνότητα επίδοσης σε έναν ατέρμονο δημόσιο διάλογο με όρους life style, χωρίς πολιτική, οικονομική και κοινωνική γείωση με την πραγματικότητα, με την δράση, στην όχι και τόσο μακρινή μας Αργεντινή.


Ενώ σε διάφορα σημεία του πλανήτη μια αναδυόμενη μαχητικότητα αρχίζει να παίρνει υπόσταση, εκδηλώνεται και οργανώνεται, στην αργεντίνικη επικράτεια το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει σ’ ένα είδος μπουρμπουλήθρας. Εδώ αρκεί μονάχα να μιλήσει κανείς ανοιχτά εναντίον της κυβέρνησης Κίρσνερ για να τον καταχωρίσουν στη μία πλευρά ή στην αντίπαλη, αν τυχόν καταφερθεί εναντίον των πολυεθνικών. Έτσι είναι· αν και κανείς ποτέ δεν ξέρει με σιγουριά από τι ακριβώς ορίζεται η μια πλευρά ή η άλλη, πάντως φαίνεται να υπάρχουν δυο πλευρές…
Το τελευταίο διάστημα η πολιτική ξεγυμνώνεται με μεγαλύτερη ευκολία ως ένα απλό ζήτημα ταυτότητας. Σε απάντηση στο διευρυμένο αντικιρσνερικό φάσμα που καλούσε σε διαδήλωση με το σλόγκαν «Στις 8 Νοέμβρη: Εγώ θα πάω», τα κάθε λογής κυβερνητικά στελέχη αντέταξαν το σύνθημα «Στις 8 Νοέμβρη: Εγώ δε θα πάω».
Από πότε όμως έγινε σημαντικό ν’ ανακοινώνει κάποιος πως δεν πρόκειται να συμμετάσχει σ’ ένα κάλεσμα; Ίσως από τότε που εντάθηκε ο εθισμός στο φέισμπουκ και στις μανιέρες του, ή από τότε που το πολιτικό άρχισε να εκδηλώνεται στην αθλιότερη έκφανσή του: αποδίδοντας σε καθέναν από μία ταυτότητα, την αίσθηση του ανήκειν σε μία ομαδοποίηση ή σ’ έναν τομέα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα επιχειρήματα καταλήγουν να ’ναι απλό τσοντάρισμα, που το μόνο που κάνουν είναι να μπαλώνουν την ήδη ειλημμένη απόφαση ως προς την επιλογή ένταξης σε μία πλευρά, η οποία δεν επιλέγεται απαραίτητα στη βάση της εγκυρότητας ή της ανακρίβειας των επιχειρημάτων. Γιατί τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να εξυπηρετούν τόσο για το ένα πράγμα όσο και για το άλλο, μιας και δε μετράει το να έχεις δίκιο, αλλά το να επιβάλλεις το δικό σου δίκιο. «Δικό σου» που λέει ο λόγος, γιατί αυτά τα δίκια δεν είναι τίποτ’ άλλο από τα δίκια της τάδε ή δείνα όψης της μπουρζουαζίας.
Αυτά τα «επιχειρήματα», που παρουσιάζονται ως το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, δεν είναι τίποτα παραπάνω απ’ το ασήμαντο συμπλήρωμα μιας ταυτότητας που, όταν δεν καταναλώνει θρησκεία ή μπάλα, καταναλώνει πολιτική. Η κουβέντα μες στο σπίτι έχει πάρει την ίδια τηλεοπτική δυναμική που την έχει θηλάσει: τη μορφή ειδήσεων, ψευτο-έρευνας ή αρχειακού προγράμματος. Οι γείτονες, οι συγγενείς, οι συνάδελφοι ή οι κυβερνοναύτες συζητούν λες και παίρνουν μέρος σε τηλεοπτικό πάνελ, χωρίς να διακυβεύεται τίποτα πέραν των εκφρασμένων απόψεων, κι ενόσω η καθημερινή ζωή συνεχίζει απαράλλακτη…
Χωρίς τον καταιγισμό των μέσων μαζικής επικοινωνίας, που βγάζουν στο προσκήνιο το σαματά, αυτός θα ήταν άλλος ένας απ’ τους τόσους διαπληκτισμούς μεταξύ μπουρζουάδων, από κείνους τους καβγάδες που επιλύονται σε γραφεία πίσω από κλειστές πόρτες ή μέσω τραπεζικών λογαριασμών. Όμως, και οι δυο πλευρές έχουν στοιχηματίσει στην «πίεση της κοινής γνώμης», δηλαδή στο τσουβάλιασμα όσων κατοικούν στην Αργεντινή υπό την ιδιότητα του πολίτη, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, μέσα στην παραζάλη δύο επιλογών καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Εξ ου και η βαρύτητα της 7ης Δεκέμβρη (7D) ή του «νόμου περί μέσων μαζικής ενημέρωσης». Ακόμη κι από μέσους διανοουμένους –της μιας ή της άλλης μπάντας– εκφράστηκε η γνώμη πως το «χαζοκούτι», που τόσο έχει επικριθεί, θα μπορούσε ν’ αρχίσει να μεταδίδει κάτι άλλο εκτός από ένα σωρό χαζομάρες, μα αυτό εξαρτάται, λέει, απ’ τον ιδιοκτήτη του μέσου.
Η σημασία που δίνεται στην 7η Δεκέμβρη, πέρα απ’ το ασαφές αποτέλεσμα της όλης διαμάχης, οφείλεται στη χρησιμότητα του νόμου για την περαιτέρω θωράκιση των διαφόρων θέσεων, και κυρίως της ιδέας ότι δεν μπορεί κανείς να παραμένει αμέτοχος στη «συζήτηση». Ακριβώς όπως γίνεται λόγος για την υπεράσπιση του δικαιώματος της ψήφου, παρ’ ότι «όλοι τα ίδια σκατά είναι», έτσι γίνεται λόγος και για την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, έστω και χωρίς να υπάρχει τίποτα καινούργιο που να εκφράζεται, πόσω μάλλον η ιδέα της δημιουργίας δικών μας «μέσων» για να το πράξουμε. Όπως όλες οι δημοκρατικές ελευθερίες, έτσι και η ελευθερία της έκφρασης ελέγχεται από το κράτος και καθορίζεται από το Κεφαλαίο. Αν το ζητούμενο είναι ν’ ασκηθεί ριζοσπαστική κριτική στην καθεστηκυία τάξη, δεν προβλέπεται να εμπιστευτούμε καμιά νομοθεσία για να το κάνουμε, ούτε και «να χρησιμοποιήσουμε τα μέσα του εχθρού για να κάνουμε τη φωνή μας ν’ ακουστεί», τακτική που ουδέποτε έφερε καλά αποτελέσματα.
Κάθε μέρα πολιτικοποιούμαστε όλο και περισσότερο, αλλά με τη χειρότερη σημασία του όρου, γινόμαστε δηλαδή όλο και περισσότερο πολίτες, όλο και πιο θεσμικοποιημένοι. Το σύνθημα ξεσηκωμού «Να φύγουν όλοι» του 2001 έχει γελοιοποιηθεί ως παιδαριώδες, ως κρετίνικο, ως παράδειγμα του «πόσο άσχημα ήμασταν πριν και πόσο καλά είμαστε τώρα», σύμφωνα πάντα με τους καθεστωτικούς που συσπειρώνονται γύρω απ’ την κυβέρνηση. Κι όποτε η αντιπολίτευση ανασύρει τη θύμηση του 2001, το κάνει κατασκευάζοντας το μύθο του ένδοξου αργεντίνικου λαού που ανέτρεψε μία κυβέρνηση. Οι κατσαρόλες λοιπόν απομονώνονται απ’ το πλαίσιο των συνελεύσεων, των πικετοφοριών και της οργάνωσης, στερούμενες του περιεχομένου τους, της δυνητικότητας του συνθήματος «να φύγουν όλοι».
Έτσι, δυο βδομάδες μετά την 7η Δεκέμβρη, και πριν το τέλος του έτους 2012, ξεσπάνε πλιάτσικα σε διάφορα μέρη της χώρας, φέρνοντας μαζί τους το φάντασμα του 2001. Η ημερομηνία που συμπίπτει υπονοεί ομοιότητες, αλλά δεν συνεισφέρει τίποτε στην κατανόηση των γεγονότων.
Ακούγονται τα συνηθισμένα, ότι τα πλιάτσικα ήταν οργανωμένα, ότι είναι έργο προβοκατόρων, και γι’ άλλη μια φορά κυβέρνηση και αντιπολίτευση –αυτήν τη φορά ενδεδυμένη το συνδικαλιστικό μανδύα– ανταλλάσσουν μύδρους. Λένε ό,τι μπορούν, λένε πολλά, αλλά κρύβουν, εσκεμμένα ή όχι, το πιο σημαντικό· δε λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: καπιταλισμός. Πράγμα που σημαίνει, προπαντός σ’ αυτά τα μέρη, πολιτικάντηδες και μαζί απόγνωση, πείνα, μα επίσης ματαίωση μπροστά στις ανάγκες που επιβάλλει η κυρίαρχη κουλτούρα, μια διεφθαρμένη αστυνομία όπως κι ένα κάρο νομικές αυθαιρεσίες.
Οι καπιταλιστικές αντιφάσεις εκρήγνυνται, και κανείς δεν προτίθεται ν’ αναλάβει την ευθύνη. Εκείνοι που ζουν απ’ τα προϊόντα που εμείς παράγουμε, τα οποία στη συνέχεια μας πλασάρουν λέγοντάς μας πως θα είμαστε δυστυχείς αν δεν τ’ αποκτήσουμε, είναι οι ίδιοι που φρικιάζουν όταν οι φτωχοί τα κλέβουν.
Ο σάλος, με τον πασαέναν να θέλει να πει τη γνώμη του «όπως κάνουν στην τηλεόραση», δεν αφήνει καν το περιθώριο να σκεφτεί κανείς ξεκάθαρα αυτό που συνέβη, ότι δηλαδή αυτό το κύμα λεηλασιών άφησε πίσω νεκρούς, μιας και για το κυρίαρχο σύστημα η ανθρώπινη ζωή αξίζει λιγότερο από μια οθόνη LCD, ένα καφάσι με κρασιά ή ένα πακέτο μακαρόνια – όταν δε θα ’πρεπε να αξίζει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, αφού μια ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί ποτέ να συγκριθεί μ’ ένα αντικείμενο.
Ενδεχομένως, το όλο πλιάτσικο δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια πράξη απελπισίας εξαιτίας των υλικών συνθηκών διαβίωσης ενόσω πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά, μέρες όπου η γενικευμένη τρέλα και αποξένωση αυξάνονται ανάλογα με το διαφημιστικό βομβαρδισμό, τη θερμοκρασία, τα λεφτά που δε φτάνουν, και τη βεβαιότητα ότι πέρασε άλλος ένας χρόνος υποτέλειας στη ρουτίνα της εργασίας ή στην περιθωριοποίηση.
Αυτό που πράγματι είπε το πλιάτσικο είναι ότι, παρά τα δέκα χρόνια που κρατά το τσίρκο προόδου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι δομές της εκμετάλλευσης παραμένουν άθικτες. Το πλιάτσικο έφερε εκ νέου στο προσκήνιο όσους κι όσες στ’ αλήθεια υποφέρουν, εκμηδενίζοντας τον πληκτικό μπουρζουάδικο διαπληκτισμό μεταξύ «υπερμάχων και πολεμίων του κιρσνερισμού». Υπάρχει φτώχεια, υπάρχει συνωστισμός, υπάρχουν ντρόγκες, κι άρρηκτα συνδεδεμένη με όλα αυτά είναι μια κοινωνική αποσάθρωση, όπου το ίδιο κάνει αν κλέψεις τον επιχειρηματία του σουπερμάρκετ και τον ίδιο σου το γείτονα, τον εκμεταλλευτή και τον εκμεταλλευόμενο. Μα αυτό δε θα πρέπει να μας κάνει να πάρουμε μέρος στο χορό των αγανακτισμένων, που ξέρουν να ωρύονται ως τους ουρανούς γι’ αυτά τα φαινόμενα που συμβαίνουν λίγες φορές το χρόνο, αλλά το βουλώνουν όλους τους υπόλοιπους μήνες μπροστά στη λεηλασία του πλανήτη, το βουλώνουν όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου μπροστά στη λεηλασία της ίδιας μας της ζωής.
Φαίνεται εύκολο να ιδωθούν οι πλιατσικολόγοι σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι αυτής της παρακμιακής κοινωνίας. Κι ακούγεται πάντοτε το ίδιο «επιχείρημα»: αν πεινούσαν δε θα έκλεβαν μια τηλεόραση. Μήπως αυτοί που διατυπώνουν τη φτηνή αυτήν κριτική δουλεύουν μόνο για ν’ αγοράσουν ψωμί και ζυμαρικά; Αν θέλουμε να ’μαστε ακριβοδίκαιοι, αυτοί που αγοράζουν μια τηλεόραση κι αυτοί που την κλέβουν διατρέχουν και οι δυο κίνδυνο για την υγεία και τη ζωή τους, αν όχι από τις γοργές σφαίρες των μπάτσων, τότε απ’ την αργή φθορά που η ρουτίνα χαράζει στο σώμα τους, κι αφού λίγο τους νοιάζει αν την τηλεόραση τη συναρμολόγησε ένας εργάτης με κοινωνική ασφάλιση ή ένας αλυσοδεμένος ανήλικος, θα συνεχίσουν να βλέπουν τους ίδιους 11 ηλιθίους να τρέχουν πίσω από μια μπάλα, θα συνεχίσουν να χαζεύουν τα ίδια πλαστικά βυζιά… άρα το σπάσιμο μιας βιτρίνας για απαλλοτρίωση ή το άνοιγμα ενός πορτοφολιού για πληρωμή παύουν να διαφέρουν και πολύ, κι είναι πλέον μια λεπτομέρεια.
Η «αγανάκτηση», η «φρίκη» ανακύπτουν όταν έχει κανείς εμποτιστεί με την αστική ηθική της θυσίας, παντιέρα την οποία ανεμίζουν μέχρι εμετού όσοι δεν κουράζονται να μιλάνε για κείνους τους «αλιτήριους» –επί λέξει «σκατομαύρους» [negros de mierda]– ενώ ταυτόχρονα ξερογλείφονται ν’ αγοράσουν καμιά κλεμμένη τηλεόραση σε τιμή ευκαιρίας από την πιο κοντινή παραγκούπολη.
Εκείνοι που αγανακτούν μ’ αυτά τα γεγονότα, κι όχι από τις πραγματικές καθημερινές αδικίες, μισούν εκ προοιμίου τους φτωχούς. Και πάλι τα «επιχειρήματα» λειτουργούν ως τσοντάρισμα για να μπαλωθεί η επιλεγόμενη ταυτότητα, που τόσο πολύ βολεύει τους ισχυρούς.
Στην περίπτωση του Μπαριλότσε, η κοινωνία είναι κυριολεκτικά διαιρεμένη: ανάμεσα στην πλούσια, τουριστική, ελβετικού προφίλ συνοικία του Μπάχο Μπαριλότσε, και στην παραγκούπολη του Άλτο, γειτονιά των βιγιέρος, των εργατών, των Μαπούτσε, των Βολιβιάνων και των «τσιλότε».
Πριν από δυο χρόνια –με αφορμή την εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου Ντιέγο Μποννεφόι [Diego Bonnefoi] από μπάτσους τον Ιούνιο του 2010– «οι μαύροι» του Άλτο κατέβηκαν στο δρόμο, και η αστυνομία απάντησε καθαρίζοντας δύο ακόμη άτομα, γαστρονομικούς σκλάβους των πολυτελών ξενοδοχείων του Μπάχο Μπαριλότσε.
Τώρα «οι ορδές των βαρβάρων», που ζουν σε παράγκες υπομένοντας θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν χωρίς θέρμανση, ξανακατέβηκαν στο δρόμο, για να κατηγορηθούν αυτήν τη φορά από τον Μιγκέλ Πιτσέττο, γερουσιαστή της επαρχίας του Ρίο Νέγρο με το περονικό κόμμα του Μετώπου για τη Νίκη (FpV), ως «σκληροπυρηνικές ομάδες με αναρχικές θέσεις, προερχόμενες από την άκρα αριστερά, που διακρίνονται από παραβατικά χαρακτηριστικά». Στο μεταξύ, στο Μπουένος Άιρες ο Σέρχιο Μπέρνι, υφυπουργός Ασφαλείας, δήλωνε ότι «υπάρχουν κάποιοι που αποζητούν το χάος και το αιματοκύλισμα της Αργεντινής σε αυτές τις γιορτές». Το καθεστώς, που παίζει συνέχεια την κασέτα ότι τάχα δεν καταστέλλει τις διαμαρτυρίες, δεν άργησε να στείλει 400 μπάτσους για να ψεκάσουν χημικά και να ανοίξουν πυρ. Τι ρητορική κωλοτούμπα να έκαναν λοιπόν στο πάνελ του «6, 7, 8»;
Ξεχωριστής μνείας χρήζουν οι πιθανές λύσεις που ακούστηκαν ανάμεσα σε αυτόν τον ωκεανό απόψεων, περιορίζοντας το πρόβλημα σε απλό ζήτημα κακής διαχείρισης, «σφάλμα των κιρσνερικών», «σφάλμα των σοσιαλιστών». Μ’ άλλα λόγια γίνονται εκκλήσεις για «εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας», λες κι αυτό εδώ δεν είναι δημοκρατία, λες κι η δημοκρατία από μόνη της δε συνιστά μια εγκληματική τάξη πραγμάτων. Ύστερα, παίζουν κι οι διάφοροι ευφημισμοί· πρέπει, λέει, να πειθαρχηθούν οι φτωχοί, και σ’ αυτό συμφωνούν τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά: με σχολική εκπαίδευση φυλακίσια κι ελάχιστα ανθρωπινή, με ανταγωνιστικό αθλητισμό, με τέχνη αλλοτριωμένη απ’ τη δημιουργικότητα. Δε σταματάνε να μιλάνε για τους φτωχούς, αλλά το μόνο που θέλουν είναι να τους έχουν κανονικοποιημένους, σε τάξη, συμμορφωμένους προς το δημοκρατικό καθήκον, με το στόμα βουλωμένο. Να μπει ο καθένας στη θέση του: όσοι έχουν αγοραστική δύναμη να πληρώνουν σε μετρητά ή με δόσεις, και οι φτωχοί μακριά, για να τους θυμίζουν από απόσταση ότι πάντοτε τα πράγματα θα μπορούσαν και να ’ναι και χειρότερα.
Αγανάκτηση είναι να πρέπει να δουλεύεις κάθε μέρα για το Κεφάλαιο, ή να ψάχνεις για δουλειά, ή να ζητιανεύεις. Αγανάκτηση θα έπρεπε να προκαλεί η κανονικότητα, οι δολοφονημένοι και φυλακισμένοι απ’ το σύστημα της ιδιωτικής περιουσίας. Το «πρόβλημα του πλιάτσικου» είναι ότι ακόμα δε συνέβη το μεγάλο πλιάτσικο της ανάκτησης της ζωής μας.
Σημειώσεις της μετάφρασης
• Σύμφωνα με τελευταίες ενημερώσεις, όλα τα άτομα που είχαν συλληφθεί για το πλιάτσικο του Δεκέμβρη του 2012, καθώς και συλληφθέντες αλληλέγγυοι (ανάμεσά τους και τρεις αναρχικοί σύντροφοι), έχουν πλέον απελευθερωθεί.
• Με το «νόμο περί μέσων» θεσπίστηκαν το 2009 κατευθυντήριες γραμμές που διέπουν τη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων στην Αργεντινή. Μερικά άρθρα του ορίζουν ότι οι όμιλοι μέσων επικοινωνίας (όπως ο όμιλος Clarín, μεταξύ άλλων) υποχρεούνται να εκχωρήσουν κάποιους τίτλους ιδιοκτησίας τους, ή τέλος πάντων απαγορεύεται να είναι κάτοχοι πληθώρας αδειών για ραδιόφωνα, κανάλια, εταιρείες οπτικοακουστικών μέσων κ.ο.κ. Αφότου ψηφίστηκε ο νόμος, οι ιδιοκτήτες μέσων επικοινωνίας άρχισαν να εκποιούν τα ραδιόφωνα, τα κανάλια τους κ.λπ., εκτός από τον όμιλο Clarín, που δεν αποδέχτηκε την εφαρμογή του νόμου και κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της κυβέρνησης. Το ανώτατο δικαστήριο αποφάνθηκε κάποια στιγμή επί της διαμάχης, ορίζοντας την 7η Δεκέμβρη 2012 ως τη μέρα κατά την οποία το αρμόδιο ομοσπονδιακό εφετείο αστικού και εμπορικού δικαίου καλούνταν να αποφανθεί υπέρ ή κατά της προσφυγής αυτής. Το εφετείο ανέβαλε ωστόσο την έκδοση απόφασης, διαιωνίζοντας έτσι το κλίμα έντασης μεταξύ κυβέρνησης και μιντιακών πολυεθνικών. Ο εν λόγω νόμος ουσιαστικά προέκυψε ως απάντηση της κυβέρνησης στην έντονη κριτική που ασκούσαν τα ΜΜΕ, ως επί το πλείστον της αντιπολίτευσης, και η όλη διαμάχη ξέσπασε όταν η Κίρσνερ ξεκίνησε να παραποιεί τα επίσημα οικονομικά στοιχεία της αντίστοιχης εθνικής στατιστικής υπηρεσίας (INDEC).
• Βιγιέρο [villero]: Απαξιωτικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτόν που μένει σε υποβαθμισμένη κακόφημη γειτονιά.
• Τσιλότε [chilote]: Ρατσιστικός όρος που χρησιμοποιείται κατά των πληθυσμών χιλιανής καταγωγής που ζουν στην Αργεντινή. Ο όρος προέρχεται από την ονομασία των κατοίκων στα νησιά του αρχιπελάγους του Τσιλοέ, κατά μήκος των χιλιανών ακτών.
• «6, 7, 8»: Πολιτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, πρόγραμμα το οποίο λάνσαρε το 2009 η κυβέρνηση της Αργεντινής με σκοπό να αρθρώνει τις επιθέσεις της εναντίον άλλων ΜΜΕ περί διαστρέβλωσης επίκαιρων γεγονότων και να προπαγανδίζει τη δημοσιογραφική δεοντολογία.
πηγή: contra info

Federico Garcia Lorca. Μπαλάντα της κυρά Σελήνης.


La luna vino a la fraguacon su polisón de nardos.
El niño la mira, mira.
El niño la está mirando.
En el aire conmovido
mueve la luna sus brazos                                                        
y enseña, lúbrica y pura,
sus senos de duro estaño.

Huye luna, luna, luna.
Si vinieran los gitanos,
harían con tu corazón
collares y anillos blancos.
Niño, déjame que baile.

Cuando vengan los gitanos,
te encontrarán sobre el yunque
con los ojillos cerrados.
Huye luna, luna, luna,
que ya siento sus caballos.
Niño, déjame, no pises
mi blancor almidonado.

El jinete se acercaba tocando el tambor del llano.
 Dentro de la fragua el niño, tiene los ojos cerrados.
Por el olivar ven'an, bronce y sueño, los gitanos.
 Las cabezas levantadas y los ojos entornados.
Cómo canta la zumaya,
¡ay, cómo canta en el árbol!

Por el cielo va la luna
con un niño de la mano.
Dentro de la fragua lloran,
dando gritos, los gitanos.
El aire la vela, vela.
El aire la está velando.



ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΣΕΛΗΝΗΣ


Ήρθε στου σιδερά το εργαστήρι η σελήνη
φορώντας ένα πέπλο από κρίνα.
Το παιδάκι την κοιτάζει, κοιτάζει.
Το παιδάκι την κοιτάζει και δεν κάνει βήμα.

Μες στον αέρα π΄ανακινήθη
κουνά τα χέρια η σελήνη
κι αποκαλύπτει, αγνή και γόησσα,
τα τσίγκινα σκληρά της στήθη.
Φεύγα σελήνη, κυρά σελήνη
γιατί αν έρθουν οι τσιγγάνοι,
θε να κάνουν την καρδιά σου
λευκούς χαλκάδες από ασήμι.

Παιδάκι, άσε με γιατί χορεύω.
Και σαν έρθουν οι τσιγγάνοι,
στο αμόνι σε βολεύω
να σε βρουν να κάνεις νάνι.
Φεύγα σελήνη, κυρά σελήνη
γιατί ακούω τ΄άλογα κοντά μου.
Παιδάκι, άσε με, και μην πατάς
τη λευκή κολαρισμένη ομορφιά μου.

Όλο κι έφτανε ο ιππέας
τύμπανο παίζοντας τον κάμπο.
Στο εργαστήρι ο μικρούλης,
κλείνει τα μάτια πάνω στον πάγκο.
Μέσ' από τον ελαιώνα , ονειροχαλκοματένιοι
καταφθάνουν οι τσιγγάνοι.
Τα κεφάλια τους ψηλά,
μάτια μισόκλειστα, εκστατικά.

Πως μοιρολογάει ο γκιόνης,
άχ, στο δέντρο πως θρηνεί!
Φεύγει η σελήνη στα ουράνια
το χέρι του μικρού κρατεί.
Μέσα στο εργαστήρι κλαίνε
και σπαράζουν οι τσιγγάνοι.
Κι ο αέρας την κοιτάζει, κοιτάζει
και ολονυχτία κάνει.


Από το βιβλίο: Χρίστος Γούδης, Λόρκα: Ποιήματα της Ανδαλουσίας (δίγλωσση έκδοση), Π. ΤΡΑΥΛΟΣ, Αθήνα, 2003

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Εμείς οι Γκεβαριστές.




Του Στέργιου Κατσαρού.
Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των -Ιουλιανών-, και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.
«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι -εστίες-, ο -φοκίσμο- του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»
«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες -περίεργες- ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του -εστιασμού-. Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»
«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.» Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία -Βενσερέμος- στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»
Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»
Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές». Η εκπαίδευση της ομάδας του Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο». Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας».
Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας». Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.
«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική».
Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του Στέργιου Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας -Βενσερέμος- στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του ’68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της -συντριβής του συμμοριτισμού-, όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.
«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες». Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης».
Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του -φοκίσμο- παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα». Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται». Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο -Μανωλάκης ο βομβιστής-. «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη».
«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του -εστιασμού-. Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η «17 Νοέμβρη» προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης».
«Η επικαιρότητα του -εστιασμού- παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο».
(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999).

πηγή: Guevaristas

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Lucio Battisti - I Giardini Di Marzo.









Il carretto passava e quell' uomo gridava 'gelati!'
al ventuno del mese i nostri soldi erano già finiti
io pensavo a mia madre e rivedevo i suoi vestiti
il più bello era nero e coi fiori non ancora appassiti
All' uscita di scuola i ragazzi vendevano i libri
io restavo a guardarli cercando il coraggio per imitarli
poi sconfitto tornavo a giocar con la mente e i suoi tarli
e la sera al telefono tu mi chiedevi: "perchè non parli?"

Che anno è, che giorno è
questo è il tempo di vivere con te
le mie mani come vedi non tremano più
e ho nell' anima in fondo all' anima
cieli immensi, e immenso amore
e poi ancora ancora amore amor per te
fiumi azzurri e colline e praterie
dove corrono dolcissime le mie malinconie
l' universo trova spazio dentro me
ma il coraggio di vivere quello ancora non c'è.

I giardini di marzo si vestono di nuovi colori
e le giovani donne in quel mese vivono nuovi amori
camminavi al mio fianco ad un tratto dicesti:"tu muori"
Se mi aiuti son certa che io ne verro fuori!
Ma non una parola chiarì i miei pensieri
continuai a camminare lasciandoti attrice di ieri

Che anno è, che giorno è
questo è il tempo di vivere con te
le mie mani come vedi non tremano più
ho nell' anima in fondo all' anima
cieli immensi, e immenso amore
e poi ancora ancora amore amor per te
fiumi azzurri e colline e praterie
dove corrono dolcissime le mie malinconie
l' universo trova spazio dentro me
ma il coraggio di vivere quello ancora non c'è.




Ισπανία: Πυροσβέστες και κλειδαράδες κατά των εξώσεων.


Ενάντια στο κύμα των εξώσεων που εδώ και δυο χρόνια έχει αφήσει αμέτρητους ανθρώπους άστεγους ξεσηκώνονται σταδιακά πυροσβέστες και κλειδαράδες στην Ισπανία. Σύμφωνα με το Γαλλικό πρακτορείο έχουν αρχίσει πλέον να αρνούνται να βοηθήσουν τους δικαστικούς κλητήρες ανοίγοντας τις πόρτες των σπιτιών, ιδιοκτητών που έρχονται αντιμέτωποι με την έξωση επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν τα ενοίκια ή της δόσεις των δανείων τους.
Το κύμα των εξώσεων – αφορά εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανούς – που ήταν αποτέλεσμα της τεράστιας φούσκας στα στεγαστικά δάνεια το 2008 και επιδεινώνεται από το τεράστιο ποσοστό (26%) ανεργίας, ώθησε αρκετούς πολίτες στην αυτοκτονία και πυροδότησε ένα μεγάλο κίνημα διαμαρτυρίας. Μάλιστα την περασμένη εβδομάδα το θέμα πήγε ξανά στο κοινοβούλιο προκειμένου να μπει ένα φρένο στις εξώσεις.
Μετά την αύξηση των αυτοκτονιών λόγω των εξώσεων αρκετοί κλειδαράδες δηλώνουν πλέον ότι δεν θέλουν πλέον να βοηθούν στις διαδικασίες των εξώσεων. «Οι ζωές ολόκληρων οικογενειών καταστρέφονται κι εμείς λειτουργούσαμε ως εκτελεστές» δηλώνει στο AFP, ο πρόεδρος της Ένωσης ΚλειδαράδωνDavid Ormaechea. «Μας προκαλούσε ανησυχία και ένταση» σημειώνει.
Αφού οι κλειδαράδες άρχισαν να αρνούνται να βοηθήσουν τις διαδικασίες των εξώσεων, οι αρχές άρχισαν να ζητούν τη συνδρομή της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Οι πυροσβέστες έπρεπε να ανοίγουν τις πόρτες όσων ιδιοκτητών αντιστέκονταν στην έξωση.
Την περασμένη Τρίτη στην πόλη Λα Κορούνια, η πυροσβεστική κλήθηκε να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού μιας 85χρονης που χρωστούσε το ενοίκιο της.
Η 86χρονη γυναίκα, η Aurelia Rey, μένει σε αυτό το μικρό σπίτι από το 1979. Ζει με μια σύνταξη των 356 ευρώ και από αυτά τα χρήματα το ένα τρίτο το διαθέτει για να πληρώνει το ενοίκιο της. Αδυνατώντας όμως να πληρώσει τις υποχρεώσεις της εξαιτίας των αυξημένων φόρων και του κόστους ζωής, τους τελευταίους μήνες αδυνατούσε να πληρώσει το ενοίκιο της.
Ένα πλήθος διαδηλωτών συγκεντρώθηκαν έξω από το σπίτι προκειμένου να εμποδίσουν την έξωση. Οι πυροσβέστες όταν έφτασαν στο σημείο και έμαθαν τι έπρεπε να κάνουν αρνήθηκαν να ανοίξουν την πόρτα και μερικοί από αυτούς προσχώρησαν στους διαδηλωτές προκειμένου να διαμαρτυρηθούν. Πυροσβέστες και σε άλλες περιοχές όπως η Καταλονία και η Μαδρίτης έχουν ακολουθήσει αυτό το δρόμο.
«Η πυροσβεστική έρχεται για να βοηθήσει ανθρώπους σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης. Είναι αντιφατικό να βοηθά τις τράπεζες που βάζουν τις ζωές των ανθρώπων σε κίνδυνο» σημειώνει ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των πυροσβεστών της Καταλονίας, Antonio del Rio.
«Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να βοηθούμε τους πολίτες» τονίζει άλλος πυροσβέστης. «Ανοίγουμε τα σπίτια όταν υπάρχει κίνδυνος. Το να βγάλεις μια 85χρονη από το σπίτι της δεν είναι κατάσταση κινδύνου».
 tvxs.gr via Eagainst

Χιλιάδες Γουατεμαλτέκοι τιμούν τα θύματα του εμφυλίου.















telesur


Διάφορες κοινωνικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις θυμούνται κάθε 25 Φεβρουαρίου τα 250.000 θύματα της στρατιωτικής καταπίεσης στην Γουατεμάλα, μεταξύ 1960 και 1996, στα πλαίσια της «Εθνικής Ημέρας Αξιοπρέπειας των Θυμάτων της Εσωτερικής Ένοπλης Σύγκρουσης». Αυτή η επέτειος τιμάται στη Γουατεμάλα από τις 25 Φεβρουαρίου 1999, όταν η Επιτροπή για την Ιστορική Εξακρίβωση των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε έκθεση σχετικά με τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνέβησαν στο κράτος αυτό της Κεντρικής Αμερικής κατά της διάρκεια του 36ετούς εμφυλίου. Σύμφωνα με στοιχεία των ανθρωπιστικών οργανώσεων, 250.000 πολίτες της Γουατεμάλας εξοντώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας, εκ των οποίων 45.000 ήταν θύματα βίαιων εξαφανίσεων.

Τις εκδηλώσεις συγκαλεί η Συντονιστική «Γενοκτονία Ποτέ Πιά», η οποία περιλαμβάνει δεκάδες οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, με μέλη επιζήσαντες και συγγενείς των θυμάτων της στρατιωτικής δικτατορίας. Σύμφωνα με τη συντονιστική, κάθε χρόνο «συγγενείς, επιζήσαντες, σύλλογοι και κοινωνικές οργανώσεις τιμούν τη μνήμη της επετείου, όχι μόνο για να θυμηθούν αλλά επίσης για να τιμήσουν τη ζωή και τον αγώνα των χωρικών, φοιτητών και συνδικαλιστών ηγετών, πανεπιστημιακών, θρησκευόμενων, ανδρών, γυναικών, αγοριών και κοριτσιών».

Όπως και το 2012, η Πλατεία Συντάγματος θα υποδεχτεί τη λαϊκή κινητοποίηση που ζητά «δικαιοσύνη, επανόρθωση και ολοκληρωτική αποκατάσταση, γιατί δε γίνεται να προσδοθεί αξιοπρέπεια στα θύματα όταν μεγάλες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων παραμένουν ατιμώρητες και οι υπεύθυνοι δεν δικάζονται και δεν φυλακίζονται». Οι διοργανωτές υποστηρίζουν ακόμα ότι η ημερομηνία χρησιμεύει για να «θυμόμαστε τα ιδανικά του αγώνα όλων εκείνων των ανθρώπων που ήταν θύματα της ένοπλης σύγκρουσης, που εργάστηκαν ώστε σ’ αυτή τη χώρα να εξαφανιστούν ο ρατσισμός, η φτώχεια, οι διακρίσεις και οι αποκλεισμοί».

Μια βδομάδα πριν, ανθρωπιστικές ομάδες και συγγενείς των θυμάτων ζήτησαν από την κυβέρνηση και τον πρόεδρο Ότο Πέρες Μολίνα, να σεβαστούν τις αποφάσεις του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (CIDH) και να θωρακίσουν θεσμικά τα ανθρώπινα δικαιώματα και την απονομή δικαιοσύνης.

Εντός των επόμενων ημερών θα ξεκινήσει και η δίκη των πρώην στρατηγών Εφραίν Ρίος Μοντ και Χοσέ Ροντρίγκες με την κατηγορία της γενοκτονίας, ως ηθικοί αυτουργοί της σφαγής 1.771 ινδιάνων Μάγια (βλ. Ο Ρίος Μοντ δικάζεται για γενοκτονία στη Γουατεμάλα μετά από 30 χρόνια).

Μεταξύ Μαρτίου 1982 και Αυγούστου 1983, ο Ρίος Μόντ κατείχε τη θέση του πραξικοπηματία προέδρου ενώ ο Ροντρίγκες ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής αντικατασκοπίας. Το δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει σε δίκη τα δύο ανώτατα «στελέχη» της χούντας, παρακάμπτωντας νομικά κωλύματα των δικηγόρων της υπεράσπισης που αμφισβητούσαν την αμεροληψία των τριών δικαστικών που ορίστηκαν να εκδικάσουν την υπόθεση.

πηγή: Prensa Rebelde

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

"Τα απαγορευμένα πουλιά" του Εντουάντο Γκαλέανο.




Το 1976, σε μια φυλακή με το όνομα "Ελευθερία"... 

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ουρουγουάης 
δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια,
να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα
ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν
ή να λάμβάνουν ζωγραφιές με εγγύους γυναίκες, ζευγάρια,
πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.
Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε
επειδή είχε "ιδεολογικές ιδέες",
δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.
Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά.
Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής. 
Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα.
Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η ζωγραφιά περνάει.
Ο Ντιντοσκό την παινεύει για το έργο της και την ρωτά για τους μικρούς
χρωματιστούς κύκλους που φαίνονται πάνω στα δέντρα,
πολλοί μικροί χρωματιστοί κύκλοι ανάμεσα στα κλαδιά:
- Είναι πορτοκάλια; Τι φρούτα είναι;
Η μικρή τον κάνει να σωπάσει.
- Σσσστ.
Και συνωμοτικά του εξηγεί:
-Χαζούλη, δε βλέπεις ότι είναι μάτια;
Tα μάτια των πουλιών που σου έφερα κρυφά.

Από το βιβλίο του Εντουάρντο Γκαλεάνο 
                                 (Μέρες και Νύχτες αγάπης και πολέμου, 1976).

Την όμορφη αυτή ιστορία έκανε καρτούν ο Εντουάρντο Λουτσάτι, 
φοιτητής του Ανοιχτού Πανεπιστημίου της Καταλωνίας.
(Απαγγέλει ο ίδιος ο Εντουάρντο Γκαλεάνο)

πηγή: Proyecto Numantino