Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Θ. Παφίλης: Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη (VIDEO)


















via redfly planet

54η επέτειος της Κουβανικής Επανάστασης στην Αθήνα.



Ο ΕΛΛΗΝΟΚΟΥΒΑΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ




Σας προσκαλεί στην εκδήλωση που διοργανώνει προς τιμή της 54ης επετείου της Κουβανικής Επανάστασηςτην Κυριακή , 3 Φεβρουαρίου και ώρα 10.30 π.μ.στο Πολιτιστικό Κέντρο Ευελπίδων του Δήμου Αθήνας (οδός Ευελπίδων 18).Θα χαιρετίσει ο Πρέσβης της Κούβας Οσβάλντο Κομπάτσο.Φίλοι της Κούβας που έχουν συμμετάσχει από το 1984 μέχρι σήμερα σε ομάδες εργασίας θα συζητήσουν με θέμα:" Εθελοντική εργασία στην Κούβα. Αναμνήσεις και συμπεράσματα "







via Cuba de Corazon

Υποδιοικητής Μάρκος. Ανακοινωθέντα Ι, ΙΙ, ΙΙI. (21, 22 και 23/01/13).



El general en jefe del ejercito libertador del sur Emiliano Zapata Manifiesto Zapatista en Nagua-Al pueblo de México:A los pueblos y gobiernos del mundo:Hermanos:Hermanos nosotros nacimos de la noche en ella vivimos y moriremos en ella pero la luz será mañana para los más,para todos aquellos que hoy lloran la noche, para quienes se niega el día. Para todos la luz,para todos todo. Nuestra lucha es por hacernos escuchar y el mal gobiernogrita soberbia y tapa con cañones sus oídos,nuestra lucha es por un trabajo justo y digno y el mal gobierno compra y vende cuerpos y vergüenza,nuestra lucha es por la vida y el mal gobierno oferta muerte como futuro,nuestra lucha es por la justicia y el mal gobierno se llena de criminales y asesinos,nuestra lucha es por la paz y el mal gobierno anuncia guerra y destrucción.Techo, tierra, trabajo, pan, salud, educación, independencia, democracia, libertad,estas fueran nuestras demandas en la larga noche de los 500 años,estas son hoy nuestras exigencias.






Παρόλο που ο Υποδιοικητής Μάρκος τα έγραψε στη ζούγκλα του Μεξικού, είναι τόσο, μα τόσο, επίκαιρα και αφορούν όλο τον κόσμο.

Το πρώτο ανακοινωθέν του, το οποίο δημοσιεύθηκε στη μεξικανική εφημερίδα «La Jornada» φαίνεται πως ήρθε ως απάντηση στην πρωτοβουλία που εξήγγειλε ο νέος πρόεδρος του Μεξικού, Ενρίκε Πένια Νιέτο, για την «καταπολέμηση της φτώχειας».

Το πρώτο κείμενο, που έχει τίτλο «Εμείς και αυτοί», είναι γραμμένο με τη μορφή μονόλογου των ισχυρών της Γης απέναντι σε έναν φανταστικό συνομιλητή και καταλήγει με το σύνθημα/προειδοποίηση «Μαριτσιβέου»: «Εκατό φορές θα νικήσουμε», όπως σημαίνει στη γλώσσα των Ινδιάνων Μαπούτσε της Χιλής.

Το ανακοινωθέν Ι. συνεχίστηκε και σε ακόμα δύο και το τρίτο μέρος δημοσιεύτηκε εχθές, 23 Ιανουαρίου 2013.


ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟΙ. I.- ΟΙ (ΠΑΡΑ)ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΑΠΟ ΠΑΝΩ.

ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟΙ.
I.- Οι (παρα)λογισμοί των από πάνω.


Γενάρης 2013.

Μιλούν οι από πάνω:

Εμείς είμαστε αυτοί που κάνουν κουμάντο. Είμαστε ισχυρότεροι, παρόλο που είμαστε λιγότεροι. Δεν μας νοιάζει τι λες – ακούς – σκέφτεσαι – κάνεις, αρκεί να μη μιλάς, να μην ακούς, να μην κινείσαι.

Μπορούμε να επιβάλουμε στην κυβέρνηση ανθρώπους μέσης ευφυΐας (αν και είναι πλέον δύσκολο να τους βρεις στις τάξεις των πολιτικών), όμως επιλέγουμε κάποιους που δεν είναι καν σε θέση να προσποιηθούν ότι ξέρουν τι τους γίνεται.

Γιατί; Γιατί μπορούμε.

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τους αστυνομικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς για να συλλαμβάνουμε και να φυλακίζουμε αληθινούς εγκληματίες, μόνο που αυτοί οι εγκληματίες αποτελούν ζωτικό μας κομμάτι. Αντίθετα, επιλέγουμε να κυνηγάμε, να χτυπάμε, να συλλαμβάνουμε, να βασανίζουμε, να φυλακίζουμε και να δολοφονούμε εσένα.

Γιατί; Γιατί μπορούμε.

Αθώος ή ένοχος; Τι σημασία έχει; Η δικαιοσύνη είναι μια από τις πολλές πουτάνες στην ατζέντα μας και, πίστεψέ μας, δεν είναι η πιο ακριβή.

Και ακόμα κι αν προσαρμόζεσαι απόλυτα στο καλούπι που σου επιβάλλουμε, ακόμα κι αν δεν κάνεις τίποτα, κι αν είσαι αθώος, θα σε συντρίψουμε.

Και αν επιμένεις να μας ρωτάς γιατί το κάνουμε, να η απάντηση: Γιατί μπορούμε. [...]

Δεν έχει σημασία ποιος βγαίνει μπροστά. Τα περί Δεξιάς ή Αριστεράς είναι, απλώς, οδηγίες για τον σοφέρ που παρκάρει το αμάξι. Η μηχανή λειτουργεί από μόνη της. Δεν χρειάζεται να δώσουμε καν εντολή για να τιμωρηθούν οι απερίσκεπτοι που ίσως μας πάνε κόντρα. Μεγάλες, μεσαίες και μικρές κυβερνήσεις όλου του πολιτικού φάσματος, παρέα με διανοούμενους, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες ερίζουν για το ποιος θα έχει το προνόμιο να μας ικανοποιήσει.

Οπότε, άντε πηδήξου, χάσου, σάπισε, ψόφα, απογοητεύσου, παραδώσου.

Για τους άλλους δεν υπάρχεις, δεν είσαι τίποτα.

Ναι, έχουμε σπείρει μίσος, κυνισμό, πικρία, απελπισία, τον θεωρητικό και πρακτικό «ωχαδερφισμό», τον κομφορμισμό του «μη χείρον βέλτιστον», τον φόβο που έγινε παραίτηση.

Κι όμως, φοβόμαστε μήπως όλο αυτό πάρει τη μορφή οργανωμένης, ανατρεπτικής οργής, που δεν εξαγοράζεται.
Γιατί το χάος που επιβάλλουμε το ελέγχουμε, το διευθετούμε, το δίνουμε σε δόσεις, το τροφοδοτούμε.
Αλλά, το χάος που έρχεται από τους από κάτω…

Α, αυτοί… ούτε που καταλαβαίνουμε τι λένε, ποιοι είναι, πόσο κοστίζουν.

Κι ύστερα, είναι τόσο αυθάδεις ώστε να μη θέλουν πια να ζητιανεύουν, να περιμένουν, να ζητούν, να ικετεύουν, αλλά να ασκήσουν την ελευθερία τους. Πού ξανακούστηκε τέτοια ξεδιαντροπιά!

Αυτός είναι ο αληθινός κίνδυνος. Άνθρωποι που κοιτάζουν στην άλλη πλευρά, που βγαίνουν από το καλούπι, το σπάνε ή το αγνοούν.
Ξέρεις τι μας έχει ωφελήσει πολύ; Αυτός ο μύθος της ενότητας πάση θυσία. Να τα βρίσκεις μόνο με τον αρχηγό, τον διευθυντή, τον ηγέτη ή όπως κι αν τον λένε. Είναι πιο εύκολο να ελέγχουμε, να διευθύνουμε, να συγκρατούμε έναν παρά πολλούς. Και μάλιστα, φτηνότερο. Ατομικές επαναστάσεις κι άλλα τέτοια. Είναι άχρηστα σε συγκινητικό βαθμό.

Αντίθετα, αυτό που αποτελεί κίνδυνο, πραγματικό χάος, είναι όταν ο καθένας γίνεται συλλογικότητα, ομάδα, μπάντα, φυλή, οργάνωση και μαθαίνει να λέει «όχι» και «ναι» και όλοι αυτοί συμφωνούν μεταξύ τους. Γιατί το «όχι» στοχεύει σε εμάς που κάνουμε κουμάντο. Όσο για το «ναι»… αυτό κι αν είναι συμφορά, φαντάσου ο καθένας να χτίζει τη δική του μοίρα και να αποφασίζει τι θα γίνει και τι θα κάνει. Είναι σαν να υπονοείς ότι οι αμελητέοι είμαστε εμείς, αυτοί που περισσεύουν, οι άχρηστοι, αυτοί που πρέπει να μπουν φυλακή, να εξαφανιστούν.

Ναι, σκέτος εφιάλτης. Για εμάς, αυτή τη φορά. Φαντάζεσαι πόσο κακόγουστος θα γινόταν αυτός ο κόσμος; Γεμάτος Ινδιάνους, μαύρους, καφέ, κίτρινους,κόκκινους, ράστα, τατουάζ, πίρσινγκ, ξυρισμένα κεφάλια, πανκ, γκοθ, μιγάδες, σκέιτερ, τη σημαία με το «Α» χωρίς πατρίδα, νέους, γυναίκες, πουτάνες, κορίτσια, ηλικιωμένους, οδηγούς, αγρότες, εργάτες, προλετάριους, φτωχούς, ανώνυμους και… άλλους. Δίχως πριβέ χώρους για εμάς, τους «beautiful people», τους «ωραίους ανθρώπους» για να καταλαβαινόμαστε… γιατί φαίνεται από χιλιόμετρα ότι δεν σπούδασες στο Χάρβαρντ.

Ναι, η μέρα εκείνη θα ήταν για εμάς σαν νύχτα… Τα πάντα θα τινάζονταν στον αέρα. Τι θα κάναμε;

Μμμμ… αυτό δεν το έχουμε σκεφτεί. Σκεφτόμαστε, σχεδιάζουμε και εκτελούμε για να αποτρέψουμε κάτι τέτοιο, αλλά… δεν μας έχει περάσει από το μυαλό.

Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία: είναι εποχές κρίσης. [...]

Όχι, φυσικά και δεν σε φοβόμαστε. Όσο για αυτή την προφητεία… Μπα, σκέτες προλήψεις, χωριάτικες…

Τι;… Δεν είναι προφητεία;

Α, είναι υπόσχεση

«ΜΑΡΙΤΣΙΒΕΟΥ»* («Εκατό φορές θα νικήσουμε»)

(συνεχίζεται…)

Από οποιαδήποτε γωνιά, οποιουδήποτε κόσμου.
Υποδιοικητής Μάρκος.
Πλανήτης Γη.
Γενάρης 2013.







* [Ακολουθεί το κείμενο στα ισπανικά και παρακάτω, επίσης, το ανακοινωθέν ΙΙ και ΙΙΙ.]

***
ELLOS Y NOSOTROS. I.- Las (sin) razones de arriba.

ELLOS Y NOSOTROS.
I.- Las (sin) razones de arriba.


Enero del 2013.

Hablan los de arriba:

“Nosotros somos los que mandamos. Somos más poderosos, aunque seamos menos. No nos importa lo que digas-escuches-pienses-hagas, siempre y cuando estés mudo, sordo, inmóvil.

Podemos imponer como gobierno a gente medianamente inteligente (aunque ya es muy difícil de encontrar en la clase política), pero elegimos a uno que ni siquiera puede simular que sabe de qué va el asunto.

¿Por qué? Porque podemos hacerlo.

Podemos usar al aparato policíaco y militar para perseguir y encarcelar a verdaderos delincuentes, pero esos criminales son parte vital nuestra. En cambio elegimos perseguirte, golpearte, detenerte, torturarte, encarcelarte, asesinarte.

¿Por qué? Porque podemos hacerlo.

¿Inocente o culpable? ¿Y a quién le importa si eres uno o lo otro? La justicia es una puta más en nuestra libreta de direcciones y, créenos, no es la más cara.

Y aunque cumplas al pie de la letra con el molde que imponemos, aunque no hagas nada, aunque seas inocente, te aplastaremos.

Y si insistes en preguntar por qué lo hacemos, te respondemos: porque podemos hacerlo.

Eso es tener el Poder. Se habla mucho de dinero, riquezas, y esas cosas. Pero créenos que lo que excita es este sentimiento de poder decidir sobre la vida, la libertad y los bienes de cualquiera. No, el poder no es el dinero, es lo que puedes tener con él. El Poder no es sólo ejercerlo impunemente, también y sobre todo, hacerlo irracionalmente. Porque tener el Poder es hacer y deshacer sin tener más razón que la posesión del Poder.

Y no importa quién aparezca al frente, ocultándonos. Eso de derecha e izquierda, son sólo referentes para que el chofer estacione el auto. La máquina funciona por sí sola. Ni siquiera tenemos que ordenar que castiguen la insolencia de desafiarnos. Gobiernos grandes, medianos y pequeños, de todo el espectro político, además de intelectuales, artistas, periodistas, políticos, jerarcas religiosos, se disputan el privilegio de agradarnos.

Así que jódete, chíngate, púdrete, muérete, desilusiónate, ríndete.

Para el resto del mundo no existes, eres nadie.

Sí, hemos sembrado el odio, el cinismo, el rencor, la desesperanza, el valemadrismo teórico y práctico, el conformismo del “mal menor”, el miedo hecho resignación.

Y, sin embargo, tememos que eso se transforme en rabia organizada, rebelde, sin precio.

Porque el caos que imponemos lo controlamos, lo administramos, lo dosificamos, lo alimentamos. Nuestras “fuerzas del orden” son nuestras fuerzas para imponer nuestro caos.

Pero el kaos que viene de abajo…

Ah, ése… ni siquiera entendemos qué dicen, quiénes son, cuánto cuestan.

Y luego son tan groseros de ya no mendigar, esperar, pedir, suplicar, sino ejercer su libertad. ¡Habrase visto tamaña obscenidad!

Eso es el verdadero peligro. Gente que mira para otro lado, que se sale del molde, o lo rompe, o lo ignora.

¿Sabes que nos ha dado muy buen resultado? Ese mito de la unidad a toda costa. Entenderse sólo con el jefe, dirigente, líder, caudillo, o como se llame. Controlar, administrar, contener, comprar a un@ es más fácil que a muchos. Sí, y más barato. Eso y las rebeldías individuales. Son tan conmovedoramente inútiles.

En cambio, lo que sí es un peligro, un caos verdadero, es que cada quien se haga colectivo, grupo, banda, raza, organización, y en su lado aprenda a decir “no” y a decir “sí”, y que se pongan de acuerdo entre ellos. Porque el “no” apunta a quienes mandamos. Y el “sí”… uf… eso sí es una calamidad, imagínate que cada quién construya su propio destino, y decidan qué ser y hacer. Sería tanto como señalar que nosotros somos los prescindibles, los que sobramos, los que estorbamos, los que no somos necesarios, los que debemos ser encarcelados, los que debemos desaparecer.

Sí, una pesadilla. Sí, claro, sólo que ahora para nosotros. ¿Te imaginas de qué mal gusto sería ese mundo? Lleno de indios, de negros, de cafés, de amarillos, de rojos, de rastas, de tatuajes, de piercings, de estoperoles, de punks, de darket@s, de chol@s, de skater@s, de esa bandera de la “A” tan sin nación para comprarla, de jóvenes, de mujeres, de put@s, de niñ@s, de ancianos, de pachucos, de choferes, de campesinos, de obreros, de nacos, de proles, de pobres, de anónimos, de… de otr@s. Sin un espacio privilegiado para nosotros, “the beautiful people“… la “gente bien” para que nos entiendas…. porque se ve a la legua que tú no estudiaste en Harvard.

Sí, ese día sería noche para nosotros… Sí, todo reventaría. ¿Que qué haríamos?

Mmh… no habíamos pensado en eso. Pensamos, planeamos y ejecutamos qué hacer para impedir que ocurra, pero… no, no se nos había ocurrido.

Bueno, en el dado caso, pues… mmh… no sé… puede ser que buscaríamos culpables y luego, pues buscar, no sé, un plan “B”. Claro que para entonces todo sería inútil. Creo que entonces recordaríamos la frase de ese maldito judío rojo… no, Marx no… Einstein, Albert Einstein. Me parece que fue él quien dijo: “La teoría es cuando se sabe todo y nada funciona. La práctica es cuando todo funciona y nadie sabe por qué. En este caso hemos combinado la teoría y la práctica: nada funciona… y nadie sabe por qué.”

No, tienes razón, ni siquiera alcanzaríamos a sonreír. El sentido del humor siempre ha sido un patrimonio no expropiable. ¿No es una pena?

Sí, a no dudarlo: son tiempos de crisis.

Oye, ¿y no vas a tomar fotos? Digo, para arreglarnos un poco y ponernos algo más decente. Nah, ese modelito ya lo usamos en “Hola”… ah, pero qué te contamos, se ve claro que tú no has pasado del “libro vaquero”.

Ah, no podemos esperar a contarle a nuestr@s amig@s que nos vino a entrevistar uno tan… tan… tan… otro. Les va a encantar. Y, bueno, a nosotr@s nos va a dar un aire tan cosmopolita…

No, claro que no te tememos. En cuanto a esa profecía… bah, se trata sólo de supersticiones, tan… tan… tan autóctonas… Sí, tan de región 4… jajajaja… qué buen chiste, deja lo apuntamos para cuando veamos a l@s chic@s…

¿Qué?… ¿no es una profecía?…

Oh, es una promesa…

(…) (sonido de titutata-tatatatá, del esmartfon)

Bueno, ¿policía? Sí, para reportar que vino alguien a vernos. Sí, pensamos que era un periodista o algo así. Se veía tan… tan… tan otro, sí. No, no nos hizo nada. No, tampoco se llevó nada. Es que, ahora que salíamos al club para ver a nuestr@s amig@s, estamos viendo que han pintado algo en el portón de entrada al jardín. No, los guardias no se dieron cuenta de quién. ¡Claro que no!, los fantasmas no existen. Bueno, está pintado así con muchos colores… No, no vimos ningún bote de pintura cerca… Bueno, le decíamos que está pintado con muchos colores, así, muy colorido, muy naco, muy otro, nada qué ver con las galerías donde… ¿qué? No, no queremos que mande ninguna patrulla. Sí, ya sabemos. Pero hablamos para ver si pueden investigar qué quiere decir lo que está pintado. No sabemos si es una clave, o una lengua de ésas raras que hablan los proles. Sí, es una sola palabra, pero no sabemos por qué nos produce escalofríos. Dice:

¡MARICHIWEU!”

(continuará…)

Desde cualquier rincón, en cualquiera de los mundos.

SupMarcos.
Planeta Tierra.
Enero del 2013.


***


ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟΙ. I.- Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΕ ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΟ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟΙ.
ΙΙ. Η μηχανή σε σχεδόν δύο σελίδες.


Γενάρης 2013.

Μιλά ο πωλητής:

Είναι καταπληκτική, πολύ «κουλ», αν με καταλαβαίνετε. Λέγεται «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση βερσιόν 6.6.6.», αλλά προτιμούμε να την ονομάζουμε «η ατίθαση» ή «το κτήνος». Επιθετικό παρατσούκλι, πράγματι, με πυγμή, πολύγκρρρ. Αυτό το έμαθα στο σεμινάριο προσωπικής υπέρβασης «Πώς να πουλήσετε έναν εφιάλτη»… αλλά ας γυρίσουμε στη μηχανή. Η λειτουργία της είνα πολύ απλή. Είναι αυτάρκης (ή «βιώσιμη», «αειφόρος», όπως τη λένε κάποιοι). Παράγει υπέρογκα κέρδη… Τι; Να επενδυθεί μέρος αυτών των κερδών για την καταπράυνση της πείνας, της ανεργίας, της έλλειψης εκπαίδευσης; Μα αυτές ακριβώς οι ελλείψεις είναι που βάζουν σε κίνηση αυτό το καταπληκτικό πράγμα. Πώς σας φαίνεται, ε; Μια μηχανή που ταυτόχρονα παράγει τα καύσιμα που χρειάζεται για να λειτουργήσει: τη δυστυχία και την ανεργία.

Ναι, φυσικά παράγει και προϊόντα, αλλά όχι μόνο. Κοιτάχτε: ας πούμε πως παράγεται χωρίς αγορά κάτι που δεν χρειάζεται κανείς, εντελώς άχρηστο. Λοιπόν, αυτό το θαύμα δεν παράγει μόνο το άχρηστο, αλλά δημιουργεί και την αγορά όπου αυτό το άχρηστο μετατρέπεται σε είδος πρώτης ανάγκης.

Η κρίση; Λοιπόν, πατήστε αυτό εδώ το κουμπάκι… όχι, όχι αυτό, αυτό είναι της «εκτίναξης»… το άλλο, ναι. Ωραία, πατήστε λοιπόν αυτό το κουμπάκι και ταράν! εδώ έχετε την κρίση που χρειάζεστε, πλήρη, με τα εκατομμύρια των ανέργων, τα κατασταλτικά τανκς, τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, τις ξηρασίες, τους λιμούς, την αποψίλωση δασών, τους πολέμους, τις θρησκευτικές προφητείες, τους καλύτερους σωτήρες, τις φυλακές και τα νεκροταφεία της (για όσους δεν ακολουθούν τους καλύτερους σωτήρες), τους οικονομικούς παραδείσους, τα προγράμματα υποστήριξής της με μουσικό θέμα και χορογραφία… φυσικά, λίγη ελεημοσύνη είναι πάντα ευπρόσδεκτη.

Αλλά δεν τελειώνει εκεί, επιτρέψτε μου, αφήστε με να σας βάλω αυτό το ντέμο. Όταν το βάλετε στη ρύθμιση «καταστροφή/δημογραφική αφαίμαξη-αναδόμηση/ανασύνταξη» κάνει θαύματα. Δείτε αυτό το παράδειγμα: βλέπετε αυτά τα δάση; Όχι, μη σας απασχολούν αυτοί οι ιθαγενείς… ναι, είναι η φυλή των Μαπούτσε [νότια Χιλή], αλλά θα μπορούσαν να είναι γιάκις [βόρειο Μεξικό], μάγιος [βόρειο Μεξικό], νάουας [κεντρικό Μεξικό], πουρέπετσας [βόρειο Μεξικό], μαγιας [νότιο Μεξικό], γκουαρανίς [Βραζιλία], αϊμάρας [Βολιβία, Περού, Χιλή, Αργεντινή], κέτσουας [Περού, Βολιβία, Εκουαδόρ, Αργεντινή, Βολιβία]. Λοιπόν, πατήστε το πλήκτρο «play» και δείτε πώς εξαφανίζονται τα δάση (μαζί και οι ιθαγενείς, αλλά αυτοί ποτέ δεν έχουν σημασία). Τώρα δείτε πώς μετατρέπεται σε λιβάδι, κοιτάχτε… εδώ έρχονται οι μηχανές και βουαλά! εδώ έχετε αγαπητέ μου κύριε το γήπεδο γκολφ που πάντα ονειρευόσασταν, με τις προσωπικές σας εγκαταστάσεις και όλες τις υπηρεσίες. Καταπληκτικό ε;

Επίσης πάει μαζί μ’ ένα sofware που είναι η τελευταία της τελευταίας λέξης στην τεχνολογία. Μπορείτε να κάνετε ένακλικ εδώ, που λέει «φίλτρο», και στην τιβί σας, το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, το φέισμπουκ, το τουΐτερ, το γιουτιουμπ, θα εμφανίζονται μόνο ψαλμωδίες και εγκώμια για σας και τους δικούς σας. Ακριβώς! εξαφανίζει κάθε σχόλιο, κείμενο, εικόνα, φασαρία, όλη την αρνητική ενέργεια που ξεχειλίζει από αυτούς τους ανώνυμους, βρώμικους, άσχημους και κακούς πρόλες [1]… ναι, και χυδαίους.

Υπάρχει ένας μοχλός στο πάτωμα (αν και μπορείτε να βάλετε τον αυτόματο πιλότο μόλις με ένα κλικ). Ελικοδρόμιο. Όχι αεροπορικό εισιτήριο, γιατί μπορεί να μην έχετε πού να καταφύγετε, αλλά σίγουρα υπάρχει κάποιο μέρος στον κοντινότερο διαστημικό σταθμό. Επίσης έχει το αποκλειστικό σούπερ-υπερ-μέγα «mall» του, γήπεδο γκολφ, μίνι μπαρ, γιοτ κλαμπ, ένα δίπλωμα από το Χάρβαρντ σε κορνίζα, εξοχικό, παγοδρόμιο… ναι, το ξέρω! τι θα κάναμε χωρίς τη σύγχρονη αριστερά και τις ιδέες της; Α! και με αυτό το καταπληκτικό πράγμα θα μπορείτε να είστε σε «πραγματικό χρόνο» και συγχρόνως σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Είναι σα να είχατε το δικό σας αποκλειστικό μηχάνημα αναλήψεων.

Χμμ… ναι, περιλαμβάνει μια παπική βούλα που σας εξασφαλίζει μια θέση VIP στον ουρανό. Ναι, το ξέρω, αλλά ακόμη ερευνούμε αυτό το ζήτημα της αθανασίας. Εντωμεταξύ μπορούμε να σας εγκαταστήσουμε ως αξεσουάρ (με χωριστή χρέωση, φυσικά, αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα για κάποιον σαν εσάς) ένα δωμάτιο πανικού. Ναι, ίσως αυτοί οι βάνδαλοι να θελήσουν να διεκδικήσουν ό,τι είναι δικό τους με εκείνο το «η γη ανήκει σε όποιον τη δουλεύει». Αλλά δεν πρέπει να σας απασχολεί. Γι’ αυτό έχουμε διοικητές, πολιτικά κόμματα, νέες θρησκείες, «reality shows». Αλλά φυσικά είναι ένα σενάριο: θα μπορούσαν όλ’ αυτά κάποια στιγμή ν’ αποτύχουν; Μα ναι, για τέτοια ζητήματα ασφαλείας κανένα κόστος δεν είναι δισβάσταχτο. Ωραία, σημειώνω: «να συμπεριληφθεί Δωμάτιο Πανικού».

Περιλαμβάνει επίσης ένα στούντιο τηλεόρασης, ένα ραδιοφώνου και ένα γραφείο σύνταξης. Όχι, δεν με καταλάβατε. Δεν είναι για να βλέπετε τηλεόραση, ούτε ν’ ακούτε ραδιόφωνο, ούτε για να διαβάζετε εφημερίδες και περιοδικά. Αυτά είναι για τους αναξιοπαθούντες. Είναι για την παραγωγή πληροφόρησης και την εκπαίδευση όσων θέτουν σε λειτουργία τη μηχανή. Μα δεν είναι ευφυές;

Τι; Α… ωραία… ναι… φοβάμαι πως αυτό το μικρό ζήτημα δεν έχει επιλυθεί από τους ειδικούς μας. Ναι. Αν η πρώτη ύλη, δηλαδή η μάζα των πληβείων εξεγερθεί δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Ναι… ίσως και το «δωμάτιο πανικού» να είναι άχρηστο σε αυτή την περίπτωση. Αλλά μην απογοητεύεστε! Σκεφτείτε ότι αυτή η μέρα… ή νύχτα… είναι πολύ μακριά. Ναι, αυτή την «newage» αισιοδοξία την έμαθα σε εκείνο το σεμινάριο προσωπικής υπέρβασης. Ε; Τι; Απολύομαι;

(συνεχίζεται…)

Από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, από οποιοδήποτε κόσμο.

SupMarcos.
Πλανήτης Γη.
Γενάρης 2013.


ELLOS Y NOSOTROS. II.- La Máquina en casi 2 cuartillas.

ELLOS Y NOSOTROS.
II.- La Máquina en casi 2 cuartillas.


Enero del 2013.

Habla el vendedor:

Es maravillosa, muy “cool” para que me entienda. Se llama “globalización neoliberal versión 6.6.6″, pero preferimos nombrarla “la salvaje” o “la bestia”. Sí, un mote agresivo, de iniciativa pues, muy grrr. Sí, eso lo aprendí en el curso de superación personal “Cómo vender una pesadilla”… pero volvamos a la máquina. Su funcionamiento es muy sencillo. Es autosuficiente (o “sustentable”, como luego se dice). Produce sí, ganancias desorbitantes… ¿Qué? ¿Invertir parte de esas ganancias en paliar el hambre, el desempleo, la falta de educación? ¡Pero si precisamente son esas carencias las que hacen andar esta preciosura! ¿Qué tal, eh? Una máquina que produce al mismo tiempo el combustible que necesita para andar: la miseria y el desempleo.

Claro, también produce mercancías, pero no sólo. Mire usted: supongamos que se produce algo completamente inútil, que nadie necesita, sin mercado pues. Bueno, esta maravilla no sólo produce lo inútil, también crea el mercado donde esa inutilidad se convierta en un artículo de primera necesidad.

¿Las crisis? Claro, sólo oprime usted este botón de aquí… no, ése no, ése es el de “eyección”… el otro… sí. Bueno, oprime usted ese botón y ¡tarán!, ahí tiene usted la crisis que necesita, completa, con sus millones de desempleados, sus tanques antimotines, sus especulaciones financieras, sus sequías, sus hambrunas, su deforestación, sus guerras, sus religiones apocalípticas, sus salvadores supremos, sus cárceles y cementerios (para los que no sigan a los salvadores supremos), sus paraísos fiscales, sus programas asistencialistas con tema musical y coreografía incluidos… claro, un poco de caridad siempre será bien visto.

Pero no es todo, ahora permítame, deje que le ponga este demo. Cuando usted la pone en modo “destrucción/despoblamiento-reconstrucción/reordenamiento” hace milagros. Vea este ejemplo: ¿ve usted esos bosques? No, no se preocupe por esos indígenas… sí, son del pueblo Mapuche, pero podrían ser yaquis, mayos, nahuas, purépechas, maya, guaranís, aymarás, quechúas. Bueno, oprima usted el botón “play” y vea cómo desaparecen los bosques (también los indígenas, pero ésos nunca importan), ahora vea cómo todo se convierte en un páramo, espere… ahí llegan las máquinas, y ¡voilá!: ahí tiene usted el campo de golf que siempre había soñado, con su fraccionamiento exclusivo y con todos los servicios. Ah, maravilloso ¿no?

También viene con un software que es lo último de lo último. Puede usted darle click aquí, donde dice “filtro”, y en su tv, radio, periódicos, revistas, feisbuc, tuiter, yutub, aparecen sólo salmos y alabanzas para usted y los suyos. Sí, elimina todo comentario, escrito, imagen, ruido, toda la mala vibra que luego les da por colar a esos proles anónimos, sucios, feos y malos… y groseros, sí.

Tiene palanca al piso (aunque usted puede pasar al piloto automático con apenas un click); helipuerto; un boleto de avión no, porque luego no hay a dónde huir, pero sí un lugar en el transbordador espacial más próximo a partir; también tiene su “mall” super-hiper-mega exclusivo; campo de golf; servibar; club de yates; un diploma de Harvard ya enmarcado; casa de veraneo; pista de hielo… sí, lo sé, ¿qué haríamos sin la izquierda moderna y sus ocurrencias? Ah, y con esta maravilla usted podrá estar en “tiempo real” y simultáneamente en cualquier parte del planeta, es como si tuviera su propio y exclusivo cajero automático global.

Mmh… sí, incluye una bula papal para asegurarle un lugar V.I.P. en el cielo. Sí, lo sé, pero ya estamos trabajando en eso de la inmortalidad. Mientras tanto, le podemos instalar como accesorio (con costo aparte, claro, pero estoy seguro que eso no es problema para alguien como usted): ¡un cuarto de pánico! Sí, ya ve que luego a esos vándalos les da por exigir lo que les pertenece con eso de “la tierra es de quien la trabaja”. Oh, pero no hay de qué preocuparse. Para eso tenemos gobernantes, partidos políticos, religiones nuevas, “reality shows”. Pero claro, es un supositorio, ¿y si llegaran a fallar alguna vez? Por supuesto, en cuestiones de seguridad ningún gasto es oneroso. Claro, deje anoto: “incluir Cuarto de Pánico”.

Incluye también un estudio de tv, uno de radio y una mesa de redacción. No, no me mal interprete. No son para ver televisión, ni escuchar radio, ni leer periódicos y revistas, eso es para mal nacidos. Son para producir la información y el entretenimiento de quienes hacen andar la maquina. ¿No es genial?

¿Qué? Oh… bueno… sí… me temo que ese pequeño problema no ha sido solucionado por nuestros especialistas. Sí, si la materia prima, quiero decir, si la muchedumbre plebeya se rebela no hay nada que hacer. Sí, puede ser que el “cuarto de pánico” sea también inútil en esa situación. Pero no hay que ponerse pesimista, piense que ese día… o noche… está muy lejos. Sí, eso del optimismo “new age” también lo aprendí en el curso de superación personal. ¿Eh? ¿Qué? ¿Estoy despedido?

(continuará…)

Desde cualquier rincón, en cualquiera de los mundos.

SupMarcos.
Planeta Tierra.
Enero del 2013.


***

Ellos y Nosotros. III.- LOS CAPATACES.

ELLOS Y NOSOTROS.
III.- Los Capataces.


En algún lugar de México…

El señor golpea la mesa, furioso.

- ¡Aniquílenlos!

– Señor, con todo respeto, llevamos más de 500 años intentándolo. Los sucesivos imperios encumbrados lo han intentado con todo el poderío militar de la época -.

– ¿Y por qué siguen ahí?

– Err… todavía lo estamos tratando de entender – el lacayo mira con reproche al que tiene uniforme militar.

El aludido se levanta y, en posición de firmes, extiende su brazo derecho al frente, con la mano extendida, y grita con entusiasmo:

– ¡Heil…! perdón, quise decir, lo saludo, señor – Luego de dirigir una mirada amenazadora que calla las risitas de los demás comensales, continúa:

- El problema, señor, es que esos herejes no nos enfrentan donde somos fuertes, nos dan la vuelta, nos atacan en nuestras debilidades. Si todo fuera cuestión de plomo y fuego, bueno, pues hace tiempo que esas tierras, con sus bosques, agua, minerales, gente, hubieran sido conquistadas y así usted hubiera podido ofrecerlas en tributo al gran Mandón, señor. Esos cobardes, en lugar de enfrentarse a nosotros sólo con sus heroicos pechos desnudos, o con arcos, flechas y lanzas, y quedar como héroes (derrotados sí, pero como héroes), se preparan, se organizan, se ponen de acuerdo, nos dan la vuelta, se esconden cuando se quitan la máscara. Pero no estaríamos en esta situación si me hubieran hecho caso cuando empezó todo -, y mira con reprobación al comensal en cuyo letrero en la mesa se lee “chupa-cabras versión 8.8.1.3″.

El comensal aludido, sonríe mientras dice:

– General, con todo respeto, no teníamos una bomba atómica. Y aunque pudimos haber conseguido una de nuestros aliados (el comensal que tiene el letrero de embajador agradece la mención), habríamos conseguido aniquilar a todos los aborígenes, pero también habríamos destruido los bosques y el agua, además de que los trabajos de exploración y explotación de minerales serían imposibles por, digamos, varios siglos -.

Otro de los lacayos interviene:

– Les ofrecimos que a su muerte habría canciones y poemas alabando su sacrificio, corridos, películas, mesas redondas, ensayos, libros, obras de teatro, estatuas, su nombre en letras doradas. Les dijimos que si se empeñaban en resistir y seguir vivos, íbamos a sembrar rumores y dudas sobre por qué no han desaparecido, por qué no han muerto, y que diríamos que eran creación nuestra, que íbamos a llevar adelante una campaña de desprestigio tal que incluso contaría con el apoyo de algunos intelectuales, artistas y periodistas progresistas – Los comensales aludidos hacen un gesto de aprobación, aunque más de uno lo hace de desagrado por tantos “istas“.

El señor interrumpe impaciente:

– ¿Y?

– Nos contestaron con una señal así – (el lacayo enseña la mano empuñada pero con el dedo medio levantado).

Los comensales se revuelven indignados y claman:

– ¡Proles! ¡Nacos! ¡Groseros! ¡Plebeyos! ¡Barrio! -

El lacayo sigue con la señal de la mano, mirando de frente al señor. Éste lo increpa:

– ¡Ya entendí!, ya puede bajar la mano.

El lacayo baja la mano lentamente, mientras hace un guiño a los demás comensales. Después continúa:

– El problema, señor, es que estas personas no rinden culto a la muerte, sino a la vida. Hemos intentado eliminar a sus líderes visibles, comprarlos, seducirlos.

– ¿Y entonces?

– Además de que no lo hemos conseguido, nos hemos dado cuenta de que el problema mayor son los líderes invisibles.

– Ok, encuéntrenlos.

– Ya los encontramos, señor.

– ¿Y? -

– Son tod@s, señor.

- ¿Cómo que tod@s?

– Sí, todas, todos. Ése fue uno de los mensajes de lo que hicieron el día del fin del mundo. Logramos que no se manejara eso en los medios de comunicación, pero creo que aquí podemos decirlo sin temor a que alguien más se dé cuenta. Usaron un código para que nosotros entendiéramos: el que está arriba del templete es el jefe.

- ¡¿Qué?! ¿40 mil jefes y jefas?

– Err… señor, disculpe, ésos son los que vimos, habría que agregar muchos más que no vimos.

– Cómprenlos entonces. Imagino que tenemos dinero suficiente - agrega dirigiéndose al comensal con el letrero de “cajero no automático”.

El llamado “cajero”, empieza a balbucear:

- Bueno, señor, tendríamos que vender algo del Estado y ya casi no queda nada.

El lacayo interrumpe:

– Señor, lo hemos intentado.

– ¿Y?

– No tienen precio.

– Entonces convénzanlos.

- No entienden lo que les decimos. Y a decir verdad, nosotros tampoco entendemos lo que dicen ellos. Hablan de dignidad, de libertad, de justicia, de democracia…

– Bueno, entonces hagamos como que no existen. Así morirán por hambre, enfermedades curables, con un buen cerco informativo, nadie se percatará hasta que sea demasiado tarde. Eso, matémosles de olvido.

El comensal que se asemeja sorprendentemente a un chupa-cabras hace un signo de aprobación. El señor agradece el gesto.

– Ya, señor, pero hay un problema.

– ¿Cuál?

– Aunque los ignoremos, se empecinan en seguir existiendo. Sin nuestras limosnas, perdón, quise decir sin nuestra ayuda, construyeron escuelas, hicieron producir la tierra, levantaron clínicas y hospitales, mejoraron sus viviendas y su alimentación, bajaron los índices de delincuencia, acabaron con el alcoholismo. Y, además de que prohibieron la producción, distribución y consumo de narcóticos, elevaron su esperanza de vida y casi la igualaron con la de las grandes ciudades.

- Ah, o sea que sigue siendo mayor en las ciudades – el señor sonríe contento.

– No señor, cuando dije “casi” es que la de ellos es superior. La esperanza de vida en las ciudades se redujo gracias a la estrategia de su antecesor, señor.

Todos voltean a ver con burla y reprobación al personaje de corbata azul.

– ¿Quieres decir que esos rebeldes viven mejor que los que se venden a nosotros?

– Completamente, señor. Pero de eso no hay que preocuparse, hemos montado una campaña mediática ad hoc para tapar eso.

– ¿Y?

- El problema es que ni ellos ni los nuestros ven televisión, ni leen nuestra prensa, no tienen tuiter, ni feisbuc, ni siquiera señal de celular. Ellos saben que están mejor y los nuestros saben que están peor.

Se levanta la comensal con el letrero de “izquierda moderna”:

– Señor, si me permite. Con el nuevo programa de Solid… perdón, quise decir con la Cruzada Nacional…

El lacayo la interrumpe impaciente:

– Ya Chayo, no empieces con discursos para los medios. Todos nosotros concordamos en que el enemigo principal son esos malditos indios y no el otro innombrable. A ése lo tenemos bien infiltrado y acotado con personeros del señor aquí presente.

El del letrero “chupa cabras“ asiente con satisfacción y recibe agradecido las palmaditas que le dan los comensales cercanos.

El lacayo continúa:

– Pero tú y yo, y todos los que estamos aquí, sabemos que todo eso de los programas sociales es una mentira, que no importa cuánto dinero se invierta, al final del embudo no queda nada. Porque cada quien se lleva su tajada. Después del señor, con todo respeto, tú agarras una buena parte, todos los aquí presentes también, luego los señores gobernadores, los mandos de las zonas militares y navales, las legislaturas locales, los presidentes municipales, los comisionados, los líderes, los encargados, los cajeros, total, que para abajo ya queda muy poco, o nada .

El señor interviene:

- Pues hay que hacer algo ya, porque si no el Mandón va a buscar a otros capataces y ustedes saben bien, damas y caballeros, lo que eso significa: el desempleo, el escarnio, tal vez la cárcel o el exilio.

El personaje rotulado “chupa cabras“ se estremece y hace un gesto afirmativo.

– Y es urgente, porque si esos indios pata-rajada… (la hija del señor hace una señal de asco, la señora se siente súbitamente indispuesta y adquiere un color verde que olvídate de Linterna ídem). La señora se retira argumentando algo de un embarazo.

El señor sigue:

– Si esos pinches indios se unen entre sí, estaremos en muy graves problemas porque…

– Ejem, ejem, señor - interrumpe el lacayo.

- ¿Si? -

– Me temo que hay un problema más grande, es decir, peor, señor -.

– ¿Más grande? ¿Peor? ¿Qué puede ser peor que toda la indiada insurrecta? -

- Bueno, pues que se pongan de acuerdo con l@s otr@s, señor -.

– ¿L@s Otr@s? ¿Quiénes son? -

- Mmh… deje veo… bueno, pues campesinos, obreros, desempleados, jóvenes, estudiantes, maestros, empleados, mujeres, hombres, ancianos, profesionistas, maricones y machorras, punketos, rastafaris, skateros, raperos, hip-hoperos, rockeros, metaleros, choferes, colonos, ong´s, ambulantes, bandas, razas, nacos, plebes…-

- ¡Basta!, ya entendí… creo.

Los lacayos se miran entre sí con una sonrisa cómplice.

– ¿Dónde están los líderes que hemos comprado? ¿Dónde los que hemos convencido de que la solución de todo es volverse como nosotros?

- Cada vez les creen menos, señor. Cada vez controlan menos a su gente.

– ¡Busquen a quién comprar! ¡Ofrézcanles dinero, viajes, programas de televisión, registros, diputaciones, senadurías, gobiernos! ¡Pero sobre todo dinero, mucho dinero!

- Lo estamos haciendo, señor, pero… – el lacayo duda.

- ¿Y? – lo apremia el señor.

– Cada vez encontramos más… -

- ¡Magnífico! ¿Se necesita más dinero entonces?

– Señor, quiero decir que cada vez encontramos más que no se venden.

- ¿El terror entonces?

– Señor, cada vez son más los que no nos tienen miedo, o que si lo tienen, lo controlan.

– ¿El engaño?

– Señor, cada vez son más los que piensan por sí mismos.

– ¡Hay que acabarlos a todos entonces!

- Señor, si desaparecemos a todos, también desaparecemos nosotros. ¿Quién sembrará la tierra, quién hará andar las máquinas, quién trabajará en los grandes medios, quién nos atenderá, quién peleara nuestras guerras, quién nos alabará?

– Entonces hay que convencerlos de que nosotros somos tan necesarios como ellos.

– Señor, además de que cada vez más gente se está dando cuenta de que no somos necesarios, parece que el Mandón está dudando de nuestra utilidad, y por “nuestra” me refiero a todos nosotros.

Los invitados a la mesa del señor se revuelven incómodos en sus asientos.

- ¿Y entonces?

– Señor, mientras encontramos otra solución, porque la del “Pacto” no sirvió para nada, y viendo que hay que evitar la vergüenza de refugiarlo de nuevo en un cuarto de baño, hemos adquirido algo más conveniente: ¡un “cuarto de pánico”!

Los comensales se ponen de pie para aplaudir. Todos se arremolinan alrededor de la máquina. El señor entra y se pone frente a los controles.

El lacayo, nervioso, advierte:

– Señor, sólo tenga cuidado de no oprimir el botón de “eyección”.

– ¿Éste?

– ¡Nooooooooooooooo!

Las maquillistas y titiriteros corren a dar los primeros auxilios.

El lacayo se dirige hacia uno de los camarógrafos que ha filmado todo:

- Tienes que borrar esa parte… Y dile al Mandón que vaya preparando un muñeco de repuesto. A éste hay que estarlo “reseteando” a cada rato.

Los comensales se arreglan la corbata, la falda, se peinan, tosen, buscando llamar la atención. Los clicksde las cámaras y la luz de los flashes opacan todo…

(continuará…)

Desde cualquier rincón en cualquier mundo.

SupMarcos.
Planeta Tierra.
Enero del 2013.


Datos tomados del Informe #69 del Servicio de Inteligencia Autónoma (SIA, por sus siglas en español) sobre lo escuchado y visto en una reunión ultra-archi-recontra-hiper secreta, realizada en México, D.F. traspatio de EU, latitud 19° 24´ N, longitud 99° 9´ W. Fecha: hace unas horas. Clasificación: sólo para sus ojos. Recomendación: no hacer pública esta información porque nos van a balconear. Nota: manden más pozol porque el Elías ya se lo acabó al grito de “¡atásquense que hay lodo!”, y está bailando ska con la rola deTijuana No, “Transgresores de la Ley”, en la versión de Nana Pancha. Sí, está chida la rola, pero está cabreras entrarle al slam porque el Elías trae botas mineras de punta de acero.



enlacezapatista.ezln.org.mxjornada.unam.mx

ostria-gr.blogspot.grefsyn.gr

via sierra maestra

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Frida Kahlo, Diego Rivera.






Σε ηλικία μόλις 6 ετών αρρώστησε από πολιομυελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να μείνει ημιπαράλυτο. Με πείσμα και διάθεση για μόρφωση, καταφέρνει το 1922 να γίνει δεκτή στο Preparatoria, το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Μεξικού, όπου είναι ένα από τα 35 κορίτσια σε σύνολο 2.000 μαθητών. Στη σχολή πρόκειται να γνωρίσει τον μελλοντικό σύζυγό της, τον ζωγράφο τοίχων Ντιέγκο Ριβέρα, ο οποίος είχε αναλάβει να ζωγραφίσει έναν τοίχο του ιδρύματος.
Το 1925, η Κάλο υπέστη ένα σοβαρό ατύχημα, που καθόρισε την υπόλοιπη ζωή της. Το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε συγκρούστηκε με ένα τραμ, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί της πόδι και τη λεκάνη της. Το ατύχημα εξάλειψε κάθε ελπίδα της να γίνει μητέρα, γεγονός που κατάφερε να αποδεχτεί πολλά χρόνια αργότερα. Το 1926, και ενώ βρισκόταν σε ανάρρωση, ζωγράφισε το πορτραίτο της. Το τελευταίο αποτελεί την αρχή μιας νέας σειράς πινάκων, όπου καταγράφει τα γεγονότα της ζωής της και τις συναισθηματικές της αντιδράσεις σε αυτά.

Ο γάμος της με τον Ριβέρα πραγματοποιείται τον Αύγουστο του 1929. «Είχα δύο ατυχήματα στη ζωή μου: το ένα ήταν με το λεωφορείο, το δεύτερο... ο Ντιέγκο», θα δηλώσει αργότερα. Η απόφαση του υπουργού Εκπαίδευσης του Μεξικού να σταματήσει το πρόγραμμα ζωγραφικής τοίχων, αναγκάζει το ζευγάρι να μεταβεί το 1930 στο Σαν Φρανσίσκο, όπου η καλλιτεχνική φήμη του Ριβέρα ήταν ήδη μεγάλη. Η Κάλο, την περίοδο αυτή, ζει στη σκιά του συζύγου της. Η κατάσταση, όμως, επρόκειτο να αλλάξει σύντομα.
Το 1932, ο Ριβέρα είχε αναλάβει να ζωγραφίσει τους τοίχους του μουσείου του Ντιτρόιτ, περίοδος που η Κάλο αποβάλλει το παιδί της. Κατά την ανάρρωσή της, ζωγράφισε την Αποβολή στο Ντιτρόιτ, το πρώτο πραγματικά ρεαλιστικό πορτραίτο της. Το στιλ της δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνο του συζύγου της, βασισμένο στη μεξικανική παραδοσιακή τέχνη και ειδικότερα στις μικρές εικόνες, γνωστές ως retablos, τις οποίες προσέφεραν οι πιστοί στις μεξικανικές εκκλησίες.
Έκτοτε, η Κάλο άρχισε να δουλεύει μια σειρά αριστουργημάτων, που δεν είχαν προηγούμενο στην ιστορία της τέχνης. Οι πίνακές της αποτύπωναν τη γυναικεία ποιότητα της αλήθειας, της σκληρότητας και του μαρτυρίου. Διατεινόταν, ωστόσο, ότι το έργο της δεν ήταν σημαντικό. «Προτιμούσε να την βλέπουν ως μια σαγηνευτική προσωπικότητα παρά ως ζωγράφo», αναφέρει στη βιογραφία της ο συγγραφέας.



Η γνωριμία της με τον Αντρέ Μπρετόν, ηγετική μορφή του Σουρεαλισμού, το 1938 στο Μεξικό, όπου είχε επιστρέψει τρία χρόνια πριν, της δίνει την ευκαιρία να εκθέσει τα έργα της στο ευρύ κοινό. Το 1938, πραγματοποιεί μία έκθεση στη γκαλερί Julian Levy της Νέας Υόρκης, η οποία γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Η επόμενη έκθεσή της θα λάβει χώρα στο Παρίσι, και παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί σημαντική οικονομική επιτυχία, θα δεχτεί εξαιρετικές κριτικές, το Λούβρο θα ζητήσει να αγοράσει ένα από τα έργα της και θα λάβει την αναγνώριση του Πικάσο. Αργότερα, ωστόσο, θα αποκηρύξει το Σουρεαλισμό, δηλώνοντας: «Νόμιζαν ότι είμαι Σουρεαλιστής, αλλά δεν ήμουν. Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα. Ζωγράφιζα τη δική μου πραγματικότητα».

Η υγεία της επιδεινώνεται διαρκώς και από το 1944 και μετά, η Κάλο υποβάλλεται σε αρκετές εγχειρίσεις στη λεκάνη και το πόδι. Στις αρχές του 1950, η ψυχική της κατάσταση είναι κρίσιμη, με αποτέλεσμα να εισαχθεί σε νοσοκομείο της πόλης του Μεξικού για ένα περίπου χρόνο. Την περίοδο αυτή, η καλλιτεχνική της φήμη αυξάνει περισσότερο στις ΗΠΑ απ' ότι στο Μεξικό. Γίνεται αποδεκτή από τα μεγαλύτερα μουσεία των ΗΠΑ, ενώ το 1946 λαμβάνει υποτροφία από τη μεξικανική κυβέρνηση, καθώς και το επίσημο βραβείο της Ετήσιας Εθνικής Έκθεσης.
Μετά την επιστροφή της από το νοσοκομείο, τα έργα της είναι περισσότερο χαοτικά εξαιτίας της επίδρασης των παυσίπονων και του ποτού. Το 1954 πραγματοποιεί την πρώτη και μοναδική έκθεσή της στη χώρα της. Την ίδια χρονιά, ακρωτηριάζουν το δεξί της πόδι, που απειλούταν από γάγγραινα. Πρόκειται για ένα ισχυρό χτύπημα, σύντομα όμως ξαναστέκεται στα πόδια της.
Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση είναι τον Ιούλιο του 1954, σε μια κομουνιστική διαδήλωση κατά της ανατροπής του αριστερού προέδρου της Γουατεμάλας, Jacobo Arbenz. Η Φρίντα Κάλο πέθανε στον ύπνο της, λίγο καιρό αργότερο. Τα τελευταία της λόγια στο ημερολόγιό της ήταν: «Ελπίζω το τέλος να είναι χαρούμενο και ελπίζω να μην επιστρέψω ποτέ ξανά. Φρίντα».



Ο Ριβέρα γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1886 στην πόλη Guanajuato. Σε ηλικία δέκα ετών ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ακαδημία Τεχνών του Σαν Κάρλος. Όταν ενηλικιώθηκε συνέχισε να σπουδάζει στην Ισπανία με κρατική υποτροφία και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα άρχισε να διαμορφώνει και το προσωπικό του ύφος, επηρεασμένος από το κίνημα του κυβισμού και τις νωπογραφίες της Αναγέννησης. Ανάμεσα στους στενούς του φίλους ήταν και ο Μοντιλιάνι. Περίπου το 1917, εμπνευσμένος από τον Σεζάν, μεταπήδησε στον μετα-ιμπρεσιονισμό. Τότε ξεκίνησαν και οι πίνακες του να προσελκύουν την προσοχή και είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τα έργα του σε διάφορες εκθέσεις.

Το 1920 ταξίδεψε στην Ιταλία συνεχίζοντας τις σπουδές του, ενώ το 1921 επέστρεψε στο Μεξικό, όπου μαζί με τους ομοτέχνους του Χοσέ Ορόσκο, Νταβίντ Σικέιρος και Ρουφίνο Ταμάιο φιλοτέχνησε μια σειρά από τοιχογραφίες με λαϊκά θέματα για λογαριασμό του Υπουργείου Παιδείας. Οι τοιχογραφίες του διηγούνταν ιστορίες με θέματα από την μεξικάνικη ιστορία και κοινωνία. Χρησιμοποιούσε τολμηρά, ζωηρά χρώματα και μεγάλες επίπεδες, απλοποιημένες φιγούρες με επιρροές από την τέχνη των Αζτέκων.
Κάποιες από τις πιο γνωστές τοιχογραφίες του είναι στην Εθνική Σχολή Γεωπονίας στο Chaping, στο Παλάτι Cortés στην Cuernavaca και στο Εθνικό Μέγαρο της πόλης του Μεξικού. Το φθινόπωρο του 1927 πήγε στη Μόσχα προσκεκλημένος του ΚΚΣΕ, προκειμένου να λάβει μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Μάλιστα, του ανατέθηκε να κατασκευάσει μια τοιχογραφία στη λέσχη του Κόκκινου Στρατού. Ωστόσο, το 1928 τα σχέδια ακυρώθηκαν και ο Ριβέρα, «θύμα» της διαμάχης Στάλιν - Τρότσκι, διεγράφη από το Κομουνιστικό Κόμμα του Μεξικού.
Το 1930 έγινε γνωστός και στις ΗΠΑ, όπου έπειτα από μια αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, ανέλαβε τη δημιουργία τοιχογραφιών σε διάφορες πόλεις. Οι τοιχογραφίες αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, εξαιτίας της θεματολογίας τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η τοιχογραφία του «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», που φιλοτέχνησε στο Κέντρο Νέλσον Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης το 1933, έγινε δεκτή με διαδηλώσεις και πολλά αρνητικά δημοσιεύματα, επειδή περιείχε τη μορφή του Λένιν. Το 1934 η τοιχογραφία καταστράφηκε, ωστόσο ο Ριβέρα την ανακατασκεύασε τον επόμενο χρόνο στην πόλη του Μεξικού.

Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, τις δύο με τη Φρίντα Κάλο. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών. Στη χώρα του κληροδότησε το Anahuacalli και τα στούντιο τέχνης Kahlo, που σήμερα είναι εθνικά μουσεία.




via: tvxs