Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ερνέστο ο φωτογράφος: Ο φακός ως «διαρκές όπλο»



  Ο Τσε Γκεβάρα είχε πολλές ιδιότητες, τις περισσότερες από τις οποίες ουδέποτε «διεκδίκησε». Αλλοι ήταν αυτοί που μίλησαν για τη λογοτεχνική του δεινότητα, τις πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες, τα πλούσια και δημιουργικά επεξεργασμένα ιδεολογικά του αποθέματα. «Καλλιτέχνη του αντάρτικου αγώνα» τον αποκαλούσε ο Φιντέλ.
Το σίγουρο είναι, πως αυτή η πολυσχιδής προσωπικότητα, ακόμη και μετά από τόσες δεκαετίες από τον τραγικό του θάνατο, εξακολουθεί να μας εκπλήσσει και να μας διδάσκει. Από την περασμένη Τρίτη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ελληνικός Κόσμος» (Πειραιώς 254, κτίριο 1) και για τους επόμενους μήνες, το ελληνικό κοινό έχει τη μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά μία από τις χαρακτηριστικότερες, όσο και μέχρι πρότινος άγνωστες στους περισσότερους, πτυχές του Τσε: Την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία. Μέσα από την έκθεση με τίτλο «ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ: Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ», που διοργανώνει και παρουσιάζει σε όλο τον κόσμο το Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» που εδρεύει στην Αβάνα (με συνδιοργανωτή για την Ελλάδα την εταιρία «New Star») το αθηναϊκό αρχικά και μετά και το κοινό άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων, θα δει:
  • 238 φωτογραφίες, τραβηγμένες από το 1951 ως το 1963, σε μια σειρά χώρες.
  • 11 φακέλους εργαστηρίων των φωτογραφιών με σημειώσεις του.
  • Φωτοτυπία της ταυτότητας φωτογράφου του Τσε.
  • Τις μηχανές του, μια «Plaubel» του 1960 και μια «Ihagee» του 1934.
Πάθος για την αλήθεια.
Στόχος του Κέντρου Μελετών, σύμφωνα με την επιστημονική του συντονίστρια, Δρ. Μαρία ντελ Κάρμεν Αριέτ, είναι η «ενημέρωση για τη ζωή και το έργο του Τσε, μέσα από τη μελέτη και την παρουσίαση ανέκδοτου υλικού, που αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό πληροφοριών, ιδιαίτερης ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας». Για τον γιο του Τσε, Καμίλο, το Κέντρο στοχεύει στο «να παρουσιάσει το πλήρες “αποτύπωμα” της ζωής του Τσε, για να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να καταδικαστεί το ψέμα, και για να μην αφήσουμε να περιοριστεί στο παρελθόν η ελπιδοφόρα πράξη αυτού του άντρα, αλλά να περάσει στο παρόν και στο μέλλον».
Η Δρ. Αριέτ γράφει, ότι από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του, «τα “κλικ” της κάμερας του πατέρα του Ντον Ερνέστο (…) πρέπει να αποτέλεσαν ένα καθοριστικό βίωμα. Ηταν αυτός που, κατά πάσα πιθανότητα, του μετέδωσε την ανησυχία και την αγάπη για τη φωτογραφία, μια αγάπη που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του Τσε».
Αυτή η ενασχόληση έγινε κάποια στιγμή και επαγγελματική. Πριν την επανάσταση έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το φωτορεπορτάζ, καλύπτοντας τους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1955 στο Μεξικό, για ένα πρακτορείο Τύπου της Αργεντινής. Επίσης, δούλεψε για πολλούς μήνες ως φωτογράφος στα πάρκα της μεξικανικής πρωτεύουσας, τραβώντας κυρίως Αμερικανούς τουρίστες.
Ομως, για την Δρ. Αριέτ, το «πάθος της μετάδοσης της αλήθειας» είναι αυτό που οδηγεί τον Τσε και στη φωτογραφία. To δυστύχημα είναι ότι δε σώθηκαν όλες οι φωτογραφίες από το αρχείο του. Μόνο να φανταστεί κανείς μπορεί πόσο πλουσιότερο θα ήταν αυτό το υλικό, γνωρίζοντας ότι τραβήχτηκε στο «διαρκές ταξίδι» του Τσε, «με διάφορα μέσα μεταφοράς, είτε μέσα στο εσωτερικό της Αργεντινής, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950, είτε σε ολόκληρη την Αμερική». Αυτά τα ταξίδια, σημειώνει η επιστήμονας, «τον άλλαξαν περισσότερο απ’ ό,τι νόμιζε, όπως επίσης και η απόφασή του να συνδεθεί με την Κουβανική Επαναστατική Πρωτοπορία το 1955, πρώτα στην αντάρτικη πλευρά της και αργότερα υπηρετώντας τη με διάφορα καθήκοντα, ως ένας από τους ηγέτες της θριαμβευτικής επανάστασης (…) Απαραίτητος συνένοχος στην περιπλάνησή του, η φωτογραφική του μηχανή, σαν διαρκές όπλο, να δίνει μορφή, από το χέρι του σκοπευτή, συλλαμβάνοντας εικόνες που αποκαλύπτουν την παγκόσμια αφοσίωση αυτού του βαθύτατου ανθρωπιστή».
Διαρκής αναζήτηση.
Στις φωτογραφίες του αποτυπώνει καθημερινά θέματα, αλλά και εξειδικευμένα, που αποκαλύπτουν και άλλα ενδιαφέροντα του Τσε, όπως την αρχαιολογία και κυρίως την ευρεία γνώση του πάνω στις προκολομβιανές κουλτούρες. Η φωτογραφία θα τον βοηθήσει «να γνωρίσει σε βάθος τον Λατινοαμερικανό, τον Ινδιάνο, τον εργάτη, τον αγρότη, όλους αυτούς που αντιπροσωπεύονται σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους μέσα στις φωτογραφίες του». «Η επαναστατημένη Κούβα, η πραγματικότητα της, η κινητικότητα και οι κυρίαρχες αλλαγές από το 1959, καθρεφτίζονται πιστά στο φωτογραφικό του λόγο, σε διάφορες στιγμές και τοποθεσίες: Η εικόνα ενός παιδιού στο βουνό, η γέννηση ενός νέου ανθρώπινου τύπου, νεαροί στρατιώτες που οικοδομούν ένα σχολείο, σύμβολο των νέων καιρών, όταν, για πρώτη φορά στη δική μας ήπειρο, ένας στρατός κατασκευάζει με τα δικά του χέρια έργα για το λαό, ως υποθήκη για το μέλλον»…
Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες από το δεύτερο ταξίδι του στη Λατινική Αμερική. Ξεκινά από το 1953 και φτάνει στην τελευταία του γνωστή φωτογραφία στην Τανζανία, πριν αναχωρήσει για το Κονγκό. Ανάμεσά τους απαθανατίζει την Κούβα της Επανάστασης, το Κάιρο, τη Δαμασκό, την Ταϊλάνδη, τη Βιρμανία, τις Ινδίες, το Πακιστάν, την Κεϋλάνη, το Χονγκ Κονγκ, την Ιαπωνία, το Μαρόκο, το Τολέδο. Αρχαιολογικοί χώροι, εργοστάσια, πόλεις, πορτρέτα, τίποτα δεν τον αφήνει ασυγκίνητο.
Το 1963 επέστρεψε στη Σιέρα Μαέστρα, «στα παλιά πεδία των μαχών, όπου έπεσαν ηρωικά οι σύντροφοί του κατά την περίοδο του Μπατίστα», και τους τιμά με τις φωτογραφίες του.
«Σε όλα του τα έργα παρατηρείται μια διαρκής αναζήτηση, που φανερώνει τη χωρίς όρια κουλτούρα του, η οποία του γεννά μιαν αναπόφευκτη πνευματική ανάγκη, που όμως δεν ξέχναγε το καθημερινό, την καθημερινή δράση με τους ανθρώπους στους δρόμους, τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, τα εργοστάσια, στα οποία, όσο κι αν δεν είναι αναμενόμενο, βρίσκει κανείς επίσης μια αδιαμφισβήτητη ομορφιά».
Ο Τσε είναι πέρα και πάνω απ’ όλα επαναστάτης. Η φωτογραφία είναι και μέσο τεκμηρίωσης για τις θεωρητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις του. Οχι για τον εαυτό του. Αλλά για το λαό. «Πολλές από τις φωτογραφίες αυτών των ταξιδιών χρησίμευαν ως οπτικό υλικό σε άρθρα του και χρονογραφήματα σε εφημερίδες, καθώς και στο διαρκή αγώνα του για την εκπαίδευση και την ευημερία του λαού, στα πλαίσια της Κουβανικής Επανάστασης».
Η συλλογή παρέμεινε ανέκδοτη στο Κέντρο Μελετών «Τσε Γκεβάρα» μέχρι και τον Απρίλη του 2001, όταν παρουσιάστηκε στη Βαλένσια (Ισπανία) και τον Ιούλη της ίδιας χρονιάς στην Αβάνα, στο Μόρο Καμπάνια. Το 2002 παρουσιάστηκε στο Μεξικό, μετά στο Μοντεβίδεο και «πέρασε» στην Ευρώπη (Βαλένθια της Ισπανίας, Ρώμη, Δανία, Αυστρία και αλλού). Αξίζει να σημειωθεί πως στην Ελλάδα θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά η πληρέστερη μορφή της έκθεσης.
Για τον Καμίλο Γκεβάρα «αυτές οι οπτικές καταγραφές είναι μαρτυρία μιας εποχής, ενός τρόπου ζωής, κι αποτελούν σημεία αναδρομής – σύντομης βέβαια, αλλά όχι λιγότερο σημαντικής γι’ αυτό – στη ζωή ενός ανθρώπου που μπόρεσε να συνθέσει με τον πιο καίριο τρόπο τις σημαντικότερες αξίες της εποχής μας».
Η φωτογραφική μηχανή ήταν ένα από τα ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα που βρέθηκαν στο σάκο του μετά το μαρτυρικό του θάνατο.
7 Μάη 2006. Του Γρηγόρη Τραγγανίδα.

Πηγή: Ριζοσπάστης via Guevaristas

Τέχνη που αναγγέλλει τη ζωή.



ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΝΤΕΤΙ

Ο Ουρουγουάνος συγγραφέας Μάριο Μπενεντέτι
Τον Ιούνη του 2009 έσβησε στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης ο μεγάλος συγγραφέας και αγωνιστής Μάριο Μπενεντέτι. Ο Μάριο Μπενεντέτι είχε πει: «Οταν φαίνεται πως η ζωή μιμείται την τέχνη, είναι γιατί η τέχνη έχει καταφέρει ν' αναγγείλει τη ζωή». Με βάση αυτές τις σκέψεις μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η τέχνη του αναγγέλλει τη ζωή.
Ο συγγραφέας γεννήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη του 1920 στο Πάσο ντε Τόρος της Ουρουγουάης. Το 1938 μετά τις βασικές σπουδές του, μεταβαίνει στο Μπουένος Αϊρες, όπου κερδίζει τα προς τo ζην εξασκώντας διάφορα επαγγέλματα. Στο Μπουένος Αϊρες δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά από τρία χρόνια επιστρέφει στο Μοντεβίδεο. Η χώρα ζει μέσα σε νάρκη. Ο Μπενεντέτι δεν έχει βρει ακόμη τον εαυτό του. Δεν έχει ακόμη ξυπνήσει από τον ύπνο που κοιμόταν το έθνος. Το 1954 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της επιθεώρησης «Πορεία». Η επιθεώρηση σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. Η δικτατορία του 1973 την έκλεισε, αφού εξαφάνισε ή εξόρισε όλα τα στελέχη της.
Το κριτικό πνεύμα της «Πορείας» απέναντι στην πραγματικότητα επηρεάζει τον συγγραφέα και το 1956 δημοσιεύει ένα από τα βασικά έργα «Ποιήματα του γραφείου». Mε την εμφάνιση αυτής της συλλογής ο καλλιτέχνης θέτει για πάντα τις βάσεις της λογοτεχνίας του. Λογοτεχνία ανθρωπιστική, επικοινωνιακή και επικοινωνούσα. Ταξιδεύει στην Ευρώπη. Αρχίζει να βλέπει τα πράγματα της χώρας του από νέα οπτική γωνία. Το 1959 εμφανίζεται η πρώτη του νουβέλα «Μοντεβιντεάνου». Οπως και στα «Ποιήματα του γραφείου», το θέμα του είναι ο μέσος Ουρουγουανός άνθρωπος με τα βίτσια του, τις αρετές του, τις διαψεύσεις και προπαντός τη μονοτονία της ζωής του. Το 1959 είναι καταλυτικός χρόνος για τον συγγραφέα. Είναι ο χρόνος της Κουβανέζικης Επανάστασης, που τον ταρακούνησε συθέμελα. Ο ίδιος γράφει:
«Το 1959 ήταν καθοριστικό όχι μόνο για μένα, αλλά για όλους τους Λατινοαμερικανούς. Αυτό που συνέβη άλλαξε τη συνείδησή μου. Εκανα την αυτοκριτική μου για τις δραστηριότητες που είχα ως τότε. Η Επανάσταση με βοήθησε να επικοινωνήσω με τη χώρα μου και ν' αλλάξω τη στάση μου απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα».
Επίσης, το 1959 ταξίδεψε στις ΗΠΑ. Γράφει για το ταξίδι του. «Το ταξίδι μου στις ΗΠΑ και αυτά που είδα εκεί με έκαναν αντιιμπεριαλιστή». Ταυτίστηκε με τους νέγρους και τους Λατινοαμερικανούς μετανάστες που είχαν συρρεύσει στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.
Μετά την Επανάσταση στην Κούβα ταξιδεύει συχνά στην Αβάνα και γίνεται μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της επιθεώρησης «Casas de las Americas».
Η συμβολή του Μπενεντέτι στην προώθηση της αμερικανικής κουλτούρας είναι πολύ σημαντική. Το I960 δημοσιεύει δύο βασικά του έργα. Την «Ανακωχή» και το «Η χώρα με την αχυρένια ουρά». Στο έργο «Ευχαριστίες στη φωτιά», ο ήρωας ταυτίζεται με τον συγγραφέα και προαναγγέλλει την επαναστατική του δράση. Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 τον συγκλονίζει. Αφιερώνει στον ήρωα - επαναστάτη τα ωραιότερα ποιήματά του.
Η δεκαετία του 1970 χαρακτηρίζεται από την όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων στην Ουρουγουάη. Εμφανίζονται οι αντάρτες Τουπαμάρος. Ο στρατός καταστέλλει βίαια τις κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συντρίψει το αντάρτικο κίνημα. Ο συγγραφέας μέσα στα πλαίσια του «Ευρέος Μετώπου» ιδρύει μαζί με άλλους αγωνιστές το «Κίνημα των Ανεξάρτητων της 26ης του Μάρτη». Το επαναστατικό πνεύμα του συγγραφέα αντανακλάται στο έργο του «Τα γενέθλια του Χουάν Ανχελ». Ο ήρωας γίνεται μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης, προκειμένου ν' αλλάξει τη σαπισμένη πραγματικότητα. Το πνεύμα του έργου είναι αισιόδοξο. Η λύση βρίσκεται στην ένοπλη επαναστατική δράση. Οταν το 1973 εγκαθιδρύεται στρατιωτικοπολιτική δικτατορία στην Ουρουγουάη, ο Μάριο Μπενεντέτι εγκαταλείπει τη χώρα και εγκαθίσταται στην Κούβα. Εκεί δημοσιεύει τα «Ποιήματα της εξορίας», καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Με και χωρίς νοσταλγία».
Πολύ σημαντική είναι η συμβολή του και στη φιλολογική κριτική. Στη Βενεζουέλα εκδίδει το έργο «Το τέχνασμα του ύψιστου πατριάρχη» όπου αναλύει τις κλασικές νουβέλες της δικτατορίας. Οι νουβέλες αυτές αναφέρονται στη ζωή και τη δράση Λατινοαμερικανών δικτατόρων: «Το τέχνασμα της Μεθόδου» του Καρπεντιέρ, «Εγώ ο Υψιστος» του Αουγκούστου Ρόα Μπάστος, «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» του Γκαρσία Μάρκες.
Στην Αβάνα, τέλος, εκδίδει τη συλλογή «Ποίηση γκρεμισμένη», στην οποία αναφέρεται σ' όλους τους Λατινοαμερικανούς ποιητές που έδωσαν τη ζωή τους για την Επανάσταση. Καταπιάνεται με το θέμα της νεολαίας «Νέοι αυτής της Αμερικής» και μέχρι το τέλος της ζωής του δημιουργεί ακατάπαυστα, καλύπτοντας όλους τους τομείς (μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, κριτική).
Ο Μάριο Μπενεντέτι έζησε μια ζωή γεμάτη. Η πληθωρική προσωπικότητά του είναι ο ιδανικός συνδυασμός του ανθρώπου της θεωρίας και της πράξης. Σήμερα, θεωρείται ότι είναι από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους Νοτιοαμερικανούς δημιουργούς. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Κική ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
πηγή: Ριζοσπάστης

Μάριο Μπενεντέτι ( Mario Benedetti) '' Allende ''


Para matar al hombre de la paz                      
para golpear su frente limpia de pesadillas
tuvieron que convertirse en pesadilla
para vencer al hombre de la paz
tuvieron que congregar todos los odios
y además los aviones y los tanques
para batir al hombre de la paz
tuvieron que bombardearlo hacerlo llama
porque el hombre de la paz era una fortaleza

para matar al hombre de la paz
tuvieron que desatar la guerra turbia
para vencer al hombre de la paz
y acallar su voz modesta y taladrante
tuvieron que empujar el terror hasta el abismo
y matar más para seguir matando
para batir al hombre de la paz
tuvieron que asesinarlo muchas veces
porque el hombre de la paz era una fortaleza

para matar al hombre de la paz
tuvieron que imaginar que era una tropa
una armada una hueste una brigada
tuvieron que creer que era otro ejército
pero el hombre de la paz era tan sólo un pueblo
y tenía en sus manos un fusil y un mandato
y eran necesarios más tanques más rencores
más bombas más aviones más oprobios
porque el hombre del paz era una fortaleza

para matar al hombre de la paz
para golpear su frente limpia de pesadillas
tuvieron que convertirse en pesadilla
para vencer al hombre de la paz
tuvieron que afiliarse para siempre a la muerte
matar y matar más para seguir matando
y condenarse a la blindada soledad
para matar al hombre que era un pueblo
tuvieron que quedarse sin el pueblo.



Για να σκοτώσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
για να χτυπήσουν το καθαρό από εφιαλτες μέτωπό του
έπρεπε να γίνουν εφιάλτης
για να νικήσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να μαζέψουν όλα τα μίση
και τ' αεροπλάνα και τα τανκς
για να πλήξουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να τον βομβαρδίσουν να τον κάνουν στάχτη
γιατί ο άνθρωπος της ειρήνης ήταν ένα φρούριο

για να σκοτώσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να εξαπολύσουν έναν θολό πόλεμο
για να νικήσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
και να κάνουν τη σεμνή και διαπεραστική φωνή του να σωπάσει
έπρεπε να σπρώξουν τον τρόμο έως την άβυσσο
και να σκοτώσουν πιο πολύ για να συνεχίσουν να σκοτώνουν
για να πλήξουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να τον δολοφονήσουν πολλές φορές
γιατί ο άνθρωπος της ειρήνης είναι ένα φρούριο

για να σκοτώσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να φανταστούν ότι ήταν ένας στρατός
ένας στόλος ένα τάγμα μια ταξιαρχία
έπρεπε να πιστέψουν ότι ήταν ένα άλλο στράτευμα
αλλά ο άνθρωπος της ειρήνης δεν ήταν παρά ένας λαός
κι είχε στα χέρια του ένα τουφέκι και μια εντολή
και χρειάζονταν πιο πολλά τανκς και πιο πολύ μίσος
πιο πολλές βόμβες πιο πολλά αεροπλάνα πιο πολλή ντροπή
γιατί ο άνθρωπος της ειρήνης ήταν ένα φρούριο

για να σκοτώσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
για να χτυπήσουν το καθαρό από εφιαλτες μέτωπό του
έπρεπε να γίνουν εφιάλτης
για να νικήσουν τον άνθρωπο της ειρήνης
έπρεπε να συνεργαστούν για πάντα με τον θάνατο
να σκοτώσουν και να ξανασκοτώσουν μονο και μόνο για να συνεχίσουν να σκοτώνουν
και να καταδικαστούν σε ερμητική μοναξιά
για να σκοτώσουν τον άνθρωπο που ήταν ένας λαός
έπρεπε να μείνουν χωρίς λαό




Πηγή: http://www.poemas-del-alma.com/mario-benedetti-allende.htm
Μετάφραση:   Pasión Nuestra